Αρθογραφία

To τέλος του Δυτικού Κόσμου και οι οπαδοί της «δημοκρατορίας» Κύκλος Ιδεών: «Εργαστήριον η Ελλάς» - Θεσμοί και καταστάσεις που δοκιμάστηκαν στην Ελλάδα από την Παλιγγενεσία έως τις ημέρες μας - On line Συνέδριο, 2-4 Νοεμβρίου 2020 Οι Έλληνες είμαστε οι «ταλαιπωρημένοι» της Ιστορίας -Χρειάζονται 10 χρόνια για να ορθοποδήσουμε Οι πανδημίες στην ιστορία (14ος-21ος αιώνας), από την πανώλη στον κορωνoϊό. «Τα καλά νέα και τα κακά νέα» - Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην Lifo, 10.5.2020 Η Επέτειος του Πολέμου της Ανεξαρτησίας , Μέρος Ά Η Επέτειος του Πολέμου της Ανεξαρτησίας, Μέρος ΄Β «Η πανδημία και οι αντοχές της ελληνικής οικονομίας – Η επόμενη ημέρα» Από τον καιρό της πανώλης στο σήμερα #Stayhome Κώστας Κωστής: Το παρόν μάς δίνει τα καλύτερα μαθήματα από το παρελθόν Χρήματα στο ΕΣΥ ή στην «Ελλάδα 2021»; Τρεις κορυφαίοι ιστορικοί μιλούν στη LiFO Εξακολουθούμε να βρισκόμαστε σε ένα καθεστώς άρνησης της πραγματικότητας Πώς η Ελλάδα έγινε από μικρή οθωμανική επαρχία, ευρωπαϊκό κράτος Νομίζουμε ότι γλιτώσαμε από την καταστροφή ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ANDRO Δυσοίωνο μέλλον Εξαρτημένοι από θεωρίες εξάρτησης Περί Ιστορίας, Ιστορικών και άλλων Διανοουμένων... Το Αλουμίνιον της Ελλάδος Πόλεμοι Φθοράς Και όμως είναι απόλυτα ειλικρινείς… Η φιλοδοξία Τσίπρα να καταστρέψει την Ευρώπη μετά την Ελλάδα Tι κρίμα κύριε καθηγητά... Η μεταπολίτευση και οι υποτιμήσεις της δραχμής Οικονομικές αναλογίες και διαφορές με τη σημερινή εποχή Κράτος και ομάδες συμφερόντων. Το μεταπολιτευτικό κοινωνιολογικό παράδειγμα για το ελληνικό κράτος και η πτώση του Σχολεία εκτός πραγματικότητας Η βαριά βιομηχανία της ελληνικής ιστορίας όλα τα αλέθει

To τέλος του Δυτικού Κόσμου και οι οπαδοί της «δημοκρατορίας»

Συνέντευξη στην Κατερίνα Ανέστη, 4.11.2020, για το “iefimerida.gr”, φωτογραφία: creative/iefimerida


Η καθολική αποτυχία των δημοσκοπήσεων να προβλέψουν το αποτέλεσμα στις αμερικανικές εκλογές 2020 υπογραμμίζει την αδυναμία μας να κατανοήσουμε τις διεργασίες που πραγματοποιούνται στις κοινωνίες μας με βάση τα εργαλεία που έχουμε σήμερα, με ό,τι και αν κάτι τέτοιο συνεπάγεται, σημειώνει ο Κώστας Κωστής.

Μια σειρά σύντομων, ψύχραιμων άρθρων, ως ένα καρδιογράφημα όσων συμβαίνουν στις ΗΠΑ και των κραδασμών που στέλνουν σε όλο τον πλανήτη παρουσιάζει το iefimerida.gr, λίγες ώρες μετά τις δηλώσεις Τραμπ για προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο και με το εκλογικό αποτέλεσμα εξαιρετικά αμφίρροπο. Ο Κώστας Κωστής, καθηγητής Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας στο ΕΚΠΑ, γράφει ότι το αποτέλεσμα των εκλογών στις ΗΠΑ, ανεξαρτήτως του τελικού νικητή, οριστικοποιεί τη στροφή του Δυτικού Κόσμου προς το τέλος του, όπως τουλάχιστον το γνωρίζαμε.

«Το αποτέλεσμα των εκλογών, ανεξαρτήτως του ποιος θα είναι ο πρόεδρος των ΗΠΑ για την επόμενη τετραετία, υποδεικνύει ότι η κοινωνική βαρύτητα της φιλελεύθερης δημοκρατίας έχει περιοριστεί και ότι η διαδικασία της απο-παγκοσμιοποίησης συνεχίζει ακάθεκτη το έργο της και στον τομέα της πολιτικής.

Μια διχασμένη χώρα όπως είναι οι ΗΠΑ, με, θεωρητικά, κραταιούς δημοκρατικούς θεσμούς, κυβερνήθηκαν ήδη εδώ και μία τετραετία από έναν πολέμιο των θεσμών αυτών (ή στην καλύτερη περίπτωση από κάποιον που τους αμφισβητούσε), ο οποίος, και στην περίπτωση που δεν εκλεγεί, επιβραβεύεται ακόμη και από ψηφοφόρους που τους θεωρούσαμε, εξ ορισμού, εχθρικούς προς το πρόσωπό του (γυναίκες, Λατινοαμερικάνοι και Αφροαμερικάνοι)...

Για να διαβάσετε ολόκληρη τη συνέντευξη, μεταβείτε στον σύνδεσμο:

https://www.iefimerida.gr/kosmos/kostas-kostis-amerikanikes-ekloges-dytikos-kosmos

 

Κύκλος Ιδεών: «Εργαστήριον η Ελλάς» - Θεσμοί και καταστάσεις που δοκιμάστηκαν στην Ελλάδα από την Παλιγγενεσία έως τις ημέρες μας - On line Συνέδριο, 2-4 Νοεμβρίου 2020

Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2020: Κεντρικός ομιλητής - Κώστας Κωστής


Στο πλαίσιο της Πρωτοβουλίας 1821-2021, ο Κύκλος Ιδεών διοργάνωσε διεθνές τριήμερο συνέδριο για την επέτειο των 200 ετών από την Παλιγγενεσία του 1821, στις 2-4 Νοεμβρίου 2020, με θέμα: «Εργαστήριον η Ελλάς»: Θεσμοί και καταστάσεις που δοκιμάστηκαν στην Ελλάδα από την Παλιγγενεσία έως τις ημέρες μας.

Το Συνέδριο πραγματοποιήθηκε διαδικτυακά λόγω των υγειονομικών περιορισμών.

Αντικείμενο του συνεδρίου είναι  η Ελλάδα 1821-2021 ως «εργαστήριο» στο οποίο δοκιμάζονται θεωρίες, έννοιες, θεσμοί  και καταστάσεις η εφαρμογή των οποίων επεκτείνεται στη συνέχεια σε άλλες χώρες. 

  • Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2020

Κώστας Κωστής -Κεντρικός ομιλητής

Εάν επιθυμείτε να παρακολουθήσετε την ομιλία, μεταβείτε στον σύνδεσμο:

https://vimeo.com/475394082

Προκειμένου να παρακολουθήσετε τις εργασίες ολόκληρου του Συνεδρίου, μεταβείτε στον σύνδεσμο:

https://ekyklos.gr/ergastirion-i-ellas-thesmoi-kai-katastaseis-pou-dokimastikan-stin-ellada-apo-tin-paliggenesia-eos-tis-imeres-mas.html?fbclid=IwAR33Up8iCWaBnPfphOPgfLVUtSXOJpb5X2P58aFPFf9h_mqfPlRvCY89MBQ

 

Οι Έλληνες είμαστε οι «ταλαιπωρημένοι» της Ιστορίας -Χρειάζονται 10 χρόνια για να ορθοποδήσουμε

Συνέντευξη στην Κατερίνα Ανέστη, 15.6.2020, για το “iefimerida.gr”


Η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, λέει o ιστορικός Κώστας Κωστής σε μια ανατρεπτική συνέντευξη. Διαβεβαιώνει ότι δεν πιστεύει σε ήρωες, τονίζει ότι η μεμψιμοιρία που έχουμε δεν μας ταιριάζει, επισημαίνει ότι η Ελλάδα έχει ανάγκη από rebranding και από μια επανάσταση στον τρόπο της σκέψης.

O εορτασμός των 200 χρόνων από το 1821 είναι η ευκαιρία για να κάνει η Ελλάδα το rebranding που έχει ανάγκη λέει στο iefimerida ο Κώστας Κωστής, καθηγητής Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών, το τελευταίο βιβλίο του οποίου έχει τίτλο «O πλούτος της Ελλάδας» (εκδόσεις Πατάκη).

Επισημαίνει ότι η Ελλάδα χρειάζεται σχεδόν μια δεκαετία μεταρρυθμίσεων για να σταθεί στα πόδια της, σχολιάζει την «ηρωολατρεία» που μας χαρακτηρίζει ως χώρα και «τη δίκη προθέσεων» που γίνεται για το Ελλάδα 2021:

“Σκεφτόμουν ότι ενώ ως τώρα οι «ειδικοί» στους οποίους στρεφόμασταν κυρίως για απαντήσεις ήταν οι ψυχολόγοι ή οι οικονομολόγοι, με όσα συμβαίνουν στρεφόμαστε πλέον στους ιστορικούς ζητώντας απαντήσεις, εξηγήσεις, ακόμα και λύσεις”.

Είναι κάτι στον μάγο της φυλής σε άλλους πολιτισμούς. Ξέρετε, υπάρχει μια παρεξήγηση ως προς το τι είναι σε θέση να κάνει ένας ιστορικός. Ναι, η Ιστορία συνδέει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, όμως φοβάμαι ότι ο ιστορικός δεν είναι σε θέση να δώσει τις απαντήσεις που προσδοκούν αρκετοί…

Για να διαβάσετε ολόκληρη τη συνέντευξη, μεταβείτε στον σύνδεσμο: https://www.iefimerida.gr/ellada/kostas-kostis-synenteyxi-1821-iroes-istoria

 

Οι πανδημίες στην ιστορία (14ος-21ος αιώνας), από την πανώλη στον κορωνoϊό.

Κώστας Κωστής, Διάλεξη, SNFCC Stavros Niarchos Foundation Cultural Center, 8.5.2020

 


Δύσκολα θα μπορούσε να αμφισβητήσει κανείς τη σημασία που είχαν για την ανθρώπινη ιστορία οι μεγάλες επιδημίες ή πανδημίες. Τον 14ο αιώνα, η σημαντικότερη ίσως πανδημία που έχει καταγραφεί ποτέ, η βουβωνική πανώλη, γνωστή και ως «μαύρος θάνατος», σκοτώνει το ένα τρίτο και κατ’ άλλους το μισό του πληθυσμού της Ευρώπης οδηγώντας σε βαθύτατες κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές. Για την ισπανική γρίπη το 1918 οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για σχεδόν 20 εκατομμύρια θύματα. Η σημερινή πανδημία του κορωνοϊού προκαλεί πολύ σημαντικές κοινωνικές και οικονομικές αναταράξεις και ανακατατάξεις. Οι μεγάλες επιδημίες φαίνεται να έχουν σημαδέψει την ανθρώπινη ιστορία.

Σε ποια έκταση όμως ισχύει πραγματικά κάτι τέτοιο; Πώς μπορούμε να μελετήσουμε ιστορικά το επιδημικό φαινόμενο, τις επιπτώσεις του στον άνθρωπο και να κατανοήσουμε τις αντιδράσεις του ανθρώπου απέναντί του; Ποιες είναι οι επιδράσεις που μπορεί να ασκήσει στην οικονομία, την κοινωνία αλλά και την πολιτική ζωή ενός τόπου, μιας χώρας; Αυτά είναι κάποια από τα ερωτήματα στα οποία θα επιχειρήσει να δώσει απαντήσεις η ομιλία του Κώστα Κωστή, διακεκριμένου ιστορικού, που έχει ασχοληθεί σε μεγάλη έκταση και βάθος με το φαινόμενο αυτό, δημοσιεύοντας ήδη το 1995 το έργο του «Στον καιρό της πανώλης. Εικόνες από τις κοινωνίες της ελληνικής χερσονήσου, 14ος – 19ος αιώνας»

Μπορείτε να παρακολουθήσετε τη διάλεξη στον σύνδεσμο:

https://www.youtube.com/watch?v=F4BI8j-cjTs&feature=share&fbclid=IwAR3GT5wVJ9ApZ9Byyx5It5xwRL9hwSrxvXw2GKbgyBvhnw3e5iqa16QZvtU

«Τα καλά νέα και τα κακά νέα» - Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην Lifo, 10.5.2020

Το πλήγμα που θα δεχτεί η οικονομία μας θα είναι μεγάλο και δεν θα εκδηλωθεί απαραιτήτως άμεσα. Μια οικονομία με πολύ μεγάλο ποσοστό αυτοαπασχολούμενων και πολλές μικρές επιχειρήσεις που επιβίωναν οριακά δεν μπορεί παρά να θρηνήσει πολλά «θύματα».


ΑΣ ΑΡΧΙΣΟΥΜΕ ΑΠΟ τα καλά νέα. Ναι, δεν είναι ψέμα, η Ελλάδα μπόρεσε να αντιμετωπίσει ιδιαιτέρως αποτελεσματικά, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, μια κρίση που οδήγησε δοκιμασμένες δημόσιες διοικήσεις κρατών, τα οποία χρησιμοποιούμε συνήθως ως υποδείγματα, σε πλήρη αποτυχία, αν όχι αποδιάρθρωση. Πολλές είναι οι εξηγήσεις που δόθηκαν. Ορισμένοι υποστήριξαν, επί παραδείγματι, ότι ο φόβος έπαιξε σημαντικό ρόλο στην πειθαρχία που έδειξε ο ελληνικός πληθυσμός, αλλά πολύ εύκολα μπορεί κανείς να ανατρέψει αυτόν τον ισχυρισμό: γιατί οι άλλοι Ευρωπαίοι –αν μείνουμε μόνο σε αυτούς– φοβούνται λιγότερο και αυτό τους καθιστά πιο ευάλωτους; Αρκεί ο φόβος για να μειωθούν τα κρούσματα; Ασφαλώς, όχι. Στην Ελλάδα έχουμε να κάνουμε με μια επιτυχία την οποία θα απέδιδα προσωπικά στον πρωθυπουργό και στην ομάδα που είχε και εξακολουθεί να έχει γύρω του. 

Πιο αναλυτικά τώρα: η ομάδα αυτή μπόρεσε να αντιληφθεί άμεσα την έκταση του προβλήματος, να πάρει μέτρα πολύ γρήγορα και επίσης να ενημερώσει αποτελεσματικά και να πείσει τους πολίτες για το πρόβλημα. Το γεγονός ότι τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν ήταν οριζόντια και κατασταλτικού χαρακτήρα ασφαλώς διευκόλυνε πολύ το έργο τους, το οποίο όμως και έτσι δεν ήταν εύκολο. Μας έπεισαν, κάτι που δεν πρέπει να θεωρήσουμε αυτονόητο, ότι στη χώρα αυτή είναι δυνατόν να γίνουν πράγματα και τα πράγματα αυτά να τα κάνουμε εμείς.

Ωστόσο, εδώ ελλοχεύει η αμετροέπεια που εύκολα καλλιεργείται στη χώρα μας, ως επί το πλείστον από τους δημοσιογράφους: είμαστε καλύτεροι απ' όλους, τα καταφέραμε καλύτερα, γράφει για μας ευνοϊκά ο ξένος Τύπος. Εδώ λειτουργεί το σύμπλεγμα κατωτερότητας που μας καταδιώκει χωρίς κανένα έλεος και που εκδηλώνεται στο ελάχιστο εγκώμιο μιας ξένης εφημερίδας, ενός ξένου site, μιας προσωπικότητας. Διότι είναι επιπόλαιο να βιαστούμε και να βγάλουμε πρόωρα συμπεράσματα, όπως συνήθως κάνουμε. Μια χώρα, ένα κράτος, μια δημόσια διοίκηση, δεν αλλάζουν από τη μια μέρα στην άλλη, χρειάζεται επίπονη προσπάθεια μακράς διαρκείας και αυτό όλοι το γνωρίζουν. Αν στην προσπάθεια εξόδου από την κρίση τα πράγματα πάνε λιγότερο καλά απ' όσο προσδοκούμε, τι θα πούμε; Ότι οι άνθρωποι που μας προστάτευσαν μέχρι σήμερα έγιναν ξαφνικά άχρηστοι;

Η επίκληση, πάλι, της δημιουργίας ενός national brand name που θα βοηθήσει την Ελλάδα να αποκαταστήσει την τουριστική αξιοπιστία της, αλλά και να προσελκύσει επενδύσεις (όλα αυτά ακούστηκαν από υπουργούς της κυβέρνησης), είναι επιπολαιότητες. Ένα brand name θέλει χρόνο και μεγάλη δοκιμασία για να διαμορφωθεί και, σύμφωνα με έναν κανόνα που χρησιμοποιείται από όλους τους ειδικούς των δημοσίων σχέσεων, πολύ δύσκολα σχηματίζεται, αλλά πολύ εύκολα καταστρέφεται. Εξάλλου, δεν μπορείς να έχεις ένα καλό brand name στον τουρισμό και να υστερείς σε όλους τους άλλους τομείς. Πέρα, δε, από αυτό, ο τουρισμός, για να υπάρξει, δεν απαιτεί μόνο ένα καλό brand name, που μάλλον το είχαμε και πριν από την πανδημία, αλλά και ανοιχτά σύνορα, που μάλλον δεν θα έχουμε.....

Για να διαβάσετε τη συνέχεια του άρθρου, μπορείτε να μεταφερθείτε στον σύνδεσμο: ttps://www.lifo.gr/articles/opinions/281374/ta-kala-nea-kai-ta-kaka-nea

 

Η Επέτειος του Πολέμου της Ανεξαρτησίας , Μέρος Ά

Άρθρο που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα «Τα Νέα», σε δύο μέρη

Σαββατοκύριακο 4-5 Απριλίου 2020

 


Έγκλειστοι στα σπίτια μας και ακριβώς ένα χρόνο πριν από την επέτειο της έναρξης του Πολέμου της Ανεξαρτησίας είναι ευκαιρία να ανακεφαλαιώσουμε όσα έχουν λεχθεί και προταθεί γύρω από το ζήτημα του εορτασμού. Δεν είναι μυστικό ότι σε κάθε χωριό, κωμόπολη και πόλη προετοιμάζονται εκδηλώσεις που θα δείξουν την ιδιαίτερη συμβολή κάθε τόπου στην ελληνική επανάσταση, ενώ το ίδιο ισχύει και για τους οργανισμούς, τα ιδρύματα ιδιωτικού ή δημόσιου χαρακτήρα. Παράλληλα οι συζητήσεις, επιστημονικές και μη, για συναφή θέματα αυξάνονται με ταχύτατο ρυθμό. Μάλιστα αν δεν είχαμε την εμπειρία του κορωναϊού, το πρώτο διεθνές συνέδριο για την Επανάσταση θα είχε ήδη πραγματοποιηθεί, οργανωμένο από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο. Τέλος, επιτροπές και παραεπιτροπές συστήνονται για να προγραμματίσουν και συντονίσουν εκδηλώσεις, ενώ μεγάλες εκθέσεις κάθε είδους βρίσκονται ήδη στα σκαριά στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Πολύ φυσιολογικά όλα αυτά θα μού πείτε και θα συμφωνήσω, αλλά για αυτόν ακριβώς το λόγο ίσως να αξίζει τον κόπο να επωφεληθούμε, όπως είπα, της ανάπαυλας του υποχρεωτικού εγκλεισμού και να αναζητήσουμε τις βασικές τάσεις που χαρακτηρίζουν όλη αυτήν την προετοιμασία για τον εορτασμό του 1821. Διότι εύκολα θα μπορούσε κανείς να διαπιστώσει κάποια μοτίβα που έρχονται και επανέρχονται στις συζητήσεις και εκδηλώσεις που προετοιμάζονται. Θα προσπαθήσω λοιπόν να ομαδοποιήσω τα μοτίβα αυτά σε ευρύτερες ενότητες και να τα σχολιάσω.

Η πρώτη μεγάλη ενότητα που μπορεί να εντοπίσει κανείς αφορά το περιεχόμενο του εορτασμού του 1821. Τι ακριβώς αντιπροσωπεύει τι γιορτάζουμε. Οι απόψεις είναι πολλές και διίστανται. Μένω στις πιο σημαντικές από αυτές. Πολλοί καθόλα αξιόλογοι σχολιαστές θεωρούν ότι οι εορτασμοί για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821 αποτελούν την ευκαιρία να αναστοχαστούμε το παρελθόν μας, να αναζητήσουμε την εθνική αυτογνωσία μας. Οι σκέψεις αυτές μού θυμίζουν τον εαυτό μου που για σαράντα χρόνια ορκιζόμουνα ότι θα κόψω το τσιγάρο στις απαρχές κάθε νέου  έτους. Ποτέ δεν τα κατάφερα με τη θέλησή μου, αλλά στο τέλος το έκοψα γιατί δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς… Ή, με άλλα λόγια, μια χώρα που ποτέ δεν είχε το θάρρος να συζητήσει σοβαρά τα ζητήματα που άπτονται θεμελιωδών στοιχείων της ύπαρξής της, για ποιο λόγο θα το έκανε με την ευκαιρία μιας επετείου όσο σημαντικής και να είναι; Δεν το καταφέραμε στη διάρκεια δέκα χρόνων που κράτησε η κρίση, η οποία έθεσε σε αμφισβήτηση κάθε στερεότυπο της κοινωνικής μας πραγματικότητας και θα το κάνουμε τώρα; Ίσως να συμβεί αλλά μόνο εξαιτίας του κορωναϊού και του προσφυγικού, ασφαλώς όχι λόγω της επετείου. Μία τέτοια σκέψη μού φαίνεται εξαιρετικά αφελής.

Μία δεύτερη πλευρά στην προσπάθεια εντοπισμού του τι ακριβώς θα γιορτάσουμε το 2021 είναι διαφορετικού χαρακτήρα. Ορισμένοι ιστορικοί υποδεικνύουν ότι αυτό που γιορτάζουμε δεν είναι τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από την ύπαρξή μας, όπως διαμορφώθηκε μέσα από μία διαδικασία που ανάγεται στην Επανάσταση. Αντιστρόφως, άλλοι, στην προσπάθειά τους να πουν κάτι διαφορετικό προτείνουν να μην εορτάζουμε την Επανάσταση και τη δημιουργία του ελληνικού κράτους από κοινού γιατί πρόκειται για δύο διακριτά γεγονότα. Πρόκειται για δύο διαφορετικές αναγνώσεις του ίδιου φαινομένου. Τέτοιες αντιθέσεις θα συναντήσουμε στο μέλλον πολλές γιατί ο κάθε ένας από εμάς δίνει το δικό του περιεχόμενο στον εορτασμό της Επανάστασης, όπως καλή ώρα έκαναν και οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές της για τη συμμετοχή τους σε αυτήν. Όπως και να το κάνουμε η ιστορία, με μικρό ή μεγάλο ι, είναι πεδίο κατεξοχήν πολιτικό και θα παραμείνει, όσες προσπάθειες και να γίνουν για να υποστηριχθεί το αντίθετο από τους πιο «πολιτικοποιημένους» ιστορικούς.

Φοβάμαι μόνο ότι υπάρχει μία διαφορά ανάμεσα στο περιεχόμενο που δίνουμε στον εορτασμό και στον τρόπο που οι ιστορικοί κατανοούν την Επανάσταση. Όλα τα πολιτικά καθεστώτα και η δημοκρατία ανάμεσα σε αυτά, αναζητούν τις ευκαιρίες για να γιορτάσουν την πραγματική ή υποθετική ενότητά τους. Και ορθά πράττουν γιατί χρειάζονται αυτές οι εκδηλώσεις μέσα από τις οποίες ενισχύεται μία εθνική ταυτότητα. Ευτυχώς δεν έχουμε περάσει σε ένα διαφορετικό κοινωνικό καθεστώς για να γιορτάσουμε κάτι άλλο, ένα διαφορετικό σύμβολο ή μια ηγετική προσωπικότητα. Εκείνο που χρειάζεται είναι στοιχειωδώς καλή αισθητική, μέτρο και να αποφύγουμε την προσπάθεια χρωματισμού του φαινομένου με την «ιστορική ορθότητα» που είναι διαφορετική για κάθε έναν από εμάς και η οποία δεν προσφέρει τίποτα και δεν δημιουργεί παρά τις προϋποθέσεις για άγονες συζητήσεις. Μπορούμε να διατηρήσουμε τις απόψεις μας, που τελικά μικρή σημασία έχουν. Θα επανέλθω όμως στο σημείο αυτό την επόμενη βδομάδα.

Η δεύτερη πτυχή της ανακεφαλαίωσης που επιχειρώ αφορά το γνωστικό κομμάτι, δηλαδή τι ακριβώς γνωρίζουμε και τι μπορούμε να μάθουμε για τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας με αφορμή την επέτειό του. Ας θυμίσω λοιπόν ότι η ιστορία της Επανάστασης αποτελεί ένα από τα πλέον παραγνωρισμένα αντικείμενα της σύγχρονης – δηλαδή μετά το 1974 - ιστοριογραφίας μας και κατ’ επέκταση οι αναγνώσεις του φαινομένου βρίσκονται σε αντίστοιχο επίπεδο, όσο και αν έγιναν κάποιες φιλότιμες πλην όμως μεμονωμένες προσπάθειες για κάτι καλύτερο. Δεν έχω ακριβώς υπόψη μου αλλά από το λίγο που γνωρίζω σε ελάχιστα Τμήματα Ιστορίας υπήρχε συστηματική διδασκαλία της Ιστορίας της Επανάστασης, ενώ και τα σχετικά πρόσφατα δημοσιεύματα για το θέμα δεν θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι αφθονούν.

Κατά τη γνώμη μου δύο είναι τα χαρακτηριστικά της ιστοριογραφίας για την Επανάσταση έτσι όπως έχει διαμορφωθεί: καμία επαφή με τη διεθνή βιβλιογραφία για τις Επαναστάσεις – αυτή τη στιγμή γίνεται λόγος για την 5η γενιά των θεωριών της Επανάστασης - και ως αποτέλεσμα αυτής της αδυναμίας εξακολουθούμε και διαβάζουμε την Επανάσταση με τους όρους του Κοραή: δηλαδή ως μία οικονομική και πνευματική άνοδο των Ρωμιών σε μία στάσιμη ή παρακμάζουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το τι συνέβαινε στην Οθωμανική αυτοκρατορία περιορίζεται συνήθως σε μία αφελή αναφορά στον Αλή πασά.

Δεν θα αναζητήσω εδώ τα αίτια αυτής της κατάστασης για την οποία, άλλωστε έχουν γραφτεί πολλά. Θα σταθώ μόνο σε ένα χαρακτηριστικό της ιστοριογραφίας μας που δείχνει και την αδυναμία της: Απουσιάζει μία ιστορία της Επανάστασης που να ανταποκρίνεται στις διεθνείς ιστοριογραφικές προδιαγραφές. Κάτι τέτοιο θα βοηθούσε να αντιμετωπιστούν οι ισοπεδωτικές παρουσιάσεις έργων για την Επανάσταση, όπως κατά κόρον συμβαίνει προσφάτως, με ευθύνη των δημοσιογράφων, αλλά και των ιστορικών κατά δεύτερο λόγο. Διότι δυσκολεύομαι να δω, επί παραδείγματι, τι το ιδιαίτερο έχει να προσφέρει το έργο του Woodhouse ή άλλων ασήμαντων και αδαών ξένων ιστορικών για την ιστορία της Επανάστασης ώστε να εξομοιώνεται με τις πολύ αξιόλογες πρόσφατες εργασίες που εξέδωσε το Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Και όμως τα συναντώ συνέχεια στον τύπο να παρουσιάζονται ως ισότιμα. Τέλος, η απουσία κάποιων κριτηρίων αξιολόγησης των γραπτών όλων μας οδηγεί συχνά σε τραγελαφικά αποτελέσματα όπως π.χ. να γίνεται λόγος για τον φιλελεύθερο χαρακτήρα της με την επίκληση ιστορικών μαρξιστικού προσανατολισμού.

Η Επέτειος του Πολέμου της Ανεξαρτησίας, Μέρος ΄Β

Άρθρο που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα «Τα Νέα», σε δύο μέρη

Σαββατοκύριακο 11-12 Απριλίου 2020


Η ιστορία είναι η λέξη που επιλέξαμε από το αρχαιοελληνικό διανοητικό οπλοστάσιο για να φέρουμε μαζί το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι ο τρόπος με τον οποίο κατανοούμε το παρελθόν προσδιορίζει αναγκαστικά τις δυνατότητές μας να κατανοήσουμε το παρόν, καθώς επίσης και τις προσπάθειές μας να προβλέψουμε το μέλλον. Αυτή η διαπίστωση με διευκολύνει να συνεχίσω την προσπάθεια, που ξεκίνησα την προηγούμενη βδομάδα, να παρουσιάσω και να σχολιάσω τις συζητήσεις που γίνονται και τα προβλήματα που εγείρονται με την ευκαιρία της επετείου των 200 χρόνων από την έναρξη του Πολέμου της Ανεξαρτησίας. Με διευκολύνει εξίσου και να εξηγήσω τις προθέσεις μου, κάτι που δεν έκανα την προηγούμενη βδομάδα. Διότι πιστεύω βαθύτατα ότι οι απόψεις που διατυπώνονται για τα θέματα αυτά, επί της ουσίας υποκρύπτουν αντιλήψεις και στερεότυπα για το τι συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα και πώς θα πρέπει να δούμε το μέλλον της χώρας μας.   

Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό δεν κρύβεται αλλά είναι κραυγαλέο και συχνά ανατριχιαστικό. Είπε προσφάτως σε συνέντευξή του ένας «ιστορικός»: «Το ζήτημα είναι να πιάσουμε τον συναισθηματικό δεσμό (μεταξύ του κοινού και της ιστορίας) και να το γείρουμε προς τη σωστή πλευρά». Πίστευα και εξακολουθώ να πιστεύω ότι υπάρχουν καλά και κακά βιβλία ιστορίας και όχι σωστά και λάθος (άραγε ποιος να είναι ο κριτής;). Πάντως δεν με εκπλήσσει αυτή η αντίληψη για μία σωστή και μία λάθος αντίληψη της ιστορίας, ολοκληρωτικής προφανώς χροιάς, προϊδεάζει ωστόσο για το πώς θα εξελιχθούν οι «συζητήσεις» για τα ποικίλα θέματα που θα προκύψουν στο δρόμο προς την επέτειο. Ο κίνδυνος βέβαια είναι για μία ακόμη φορά οι Έλληνες ιστορικοί να χάσουν την ουσία στο όνομα μίας προσπάθειας για τη «σωστή» πλευρά της ιστορίας. Το κοινό ελάχιστα ενδιαφέρεται για μία συζήτηση που αλλού θα φιλοξενούνταν σε σελίδες επιστημονικών περιοδικών, που απλά δεν υπάρχουν στην Ελλάδα, και η οποία θα του είναι ακατανόητη. Σημασία έχει να μπορέσουμε να βγάλουμε μερικά καλά βιβλία, που δεν θα απευθύνονται μόνο στους ειδικούς, αλλά και οι συζητήσεις για τον εορτασμό και το 1821 να μας φέρουν πιο κοντά σε αντιλήψεις και προτάσεις για το μέλλον, κάτι που δεν νομίζω ότι συμβαίνει.

Έτσι, ακούγεται ίσως πολύ σωστό να υποστηρίζουμε τη διδασκαλία της ιστορίας του 1821 επωφελούμενοι από τα νέα μέσα διδασκαλίας με τα οποία είναι εξοικειωμένες οι νέες γενιές. Ομοίως ορθό είναι ότι θα πρέπει να αξιοποιήσουμε, αν θέλουμε, να καταλάβουμε τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας τα Απομνημονεύματα των Αγωνιστών. Φοβάμαι μόνο ότι οι προτάσεις αυτές χωλαίνουν στα θεμέλιά τους. Στο μέτρο που η ιστορία στα σχολεία διδάσκεται από γυμναστές, θεολόγους, φιλολόγους και όχι από τους καθ’ ύλην αρμόδιους, τους ιστορικούς δηλαδή, τότε ότι και να προσπαθήσει κανείς θα αποτύχει. Επομένως το σχήμα είναι πρωθύστερο: μιλάμε για τα εργαλεία χωρίς να έχουμε λύσει το πρόβλημα του ποιος είναι κατάλληλος να τα χειριστεί.  

Τελευταίο θέμα που θα με απασχολήσει είναι εκείνο που προέκυψε με την κρίση του κορωναϊού. Μεγάλος αριθμός υπογραφών συγκεντρώθηκε με αίτημα την διάθεση όσων χρημάτων προορίζονταν για τους εορτασμούς των 200 χρόνων από την Επανάσταση για την ενίσχυση του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Πρόκειται για μεμψιμοιρίες θα μού πείτε και ως ένα βαθμό θα έχετε δίκιο. Αλλά, επίσης, θα πρέπει να τονισθεί ότι η άποψη αυτή δεν ανταποκρίνεται στις συνθήκες προετοιμασίας των εορτασμών, πρώτα διότι τα χρήματα για τους εορτασμούς προέρχονται από ιδιωτικούς κατά κύριο λόγο φορείς, που μόνοι τους θα αποφασίσουν πού θα δώσουν προτεραιότητα – ήδη πολλοί από τους φορείς αυτούς ενίσχυσαν τις υποδομές για την αντιμετώπιση της επιδημίας – και δεύτερον τα χρήματα αυτά – ιδιωτικά και δημόσια – δεν είναι τόσο σημαντικά για να φέρουν μία αλλαγή στο εθνικό σύστημα υγείας, πολύ περισσότερο για να το καταστήσουν ικανό να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μιας πανδημίας. Έτσι και αλλιώς κανένα σύστημα υγείας ανά τον κόσμο δεν είναι σε θέση να το κάνει. Άλλωστε, το πρόβλημα κατά τη γνώμη μου στην Ελλάδα δεν είναι η έλλειψη χρημάτων, αλλά η οργάνωση, ο τρόπος με τον οποίο τα υφιστάμενα χρήματα αξιοποιούνται.

Επομένως, και για να ολοκληρώσω, το πρόβλημα που θα έχουμε αν φτάσουμε στον εορτασμό του 1821 χωρίς άλλες κρίσεις, είναι χαρακτηριστικά ελληνικό: δεν έχουμε την οργάνωση για να συντονίσουμε όλες τις επί μέρους προσπάθειες. Και αυτό που αποτελεί ειρωνεία φαίνεται στο ότι ενώ το κράτος έχει συστήσει μία επιτροπή για τον εορτασμό, άλλες επιτροπές εμφανίζονται διεκδικώντας άραγε τι, εκτός από την ικανοποίηση προσωπικών φιλοδοξιών. Πώς μπορεί να επιτευχθεί ένας στοιχειώδης συντονισμός, που θα περιορίσει τις υπερβολές και τις σπατάλες. Ασφαλώς ο κάθε ένας έχει δικαίωμα να κάνει ότι θέλει, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο «θόρυβος» που δημιουργείται διευκολύνει τα πράγματα ή καθιστά την εικόνα της επετείου λιγότερο θαμπή.

Κάποια παραδείγματα: να χρηματοδοτηθούν έρευνες για το 1821 με την ευκαιρία της επετείου μού φαίνεται λίγο ευκαιριακό. Όχι πως δεν υπάρχει ανάγκη για κάτι τέτοιο, αλλά θα ήταν πιο χρήσιμο να αποφασίσουμε την ίδρυση ενός Ερευνητικού Ιδρύματος για τη Μελέτη του 1821. Θα έμενε κάτι και οι έρευνες μπορούν ακολουθήσουν.  Τα δεκάδες ταξίδια που έχουν προγραμματιστεί από Ιδρύματα, που μετατρέπονται σε ταξιδιωτικά γραφεία, δεν βλέπω τι θα αποφέρουν, πέραν της ευχαρίστησης των ταξιδιωτών.  Ένα πολύ μεγάλο διεθνές συνέδριο, χωρίς αποκλεισμούς όπως συμβαίνει συνήθως και με διεθνείς όρους για την πρόσκληση των ομιλητών, θα είχε κάτι να προσφέρει παραπάνω, να δούμε που βρισκόμαστε σε διεθνές επίπεδο, και όχι να φανεί η τάδε ή η δείνα ομάδα, που πιστεύει ότι μόνο αυτή γνωρίζει την αλήθεια. Και παράλληλα, τα χρήματα διαφόρων φορέων που σκορπίζονται εδώ και εκεί για να κολακεύονται εγωισμοί θα μπορούσαν να συγκεντρωθούν και να μπουν οι βάσεις για ένα Ίδρυμα Προχωρημένων Σπουδών (Institute for Advanced Studies) που λείπει από την Ελλάδα. Τα παραδείγματα που θα μπορούσαν να δώσω είναι πολλά, αλλά φοβάμαι ότι θα καταλήξουμε να περιοριστούμε στα μικρά και μίζερα.

Ο μέγας κίνδυνος είναι ένας μεγάλος αριθμός δραστηριοτήτων, που συχνά θα επικαλύπτονται, με αποτέλεσμα ακόμη και οι εκδηλώσεις – και εννοώ κάθε τι που θα περιλαμβάνεται στον εορτασμό – που θα έχουν κάτι να πουν να χάνονται υπό το βάρος της κακογουστιάς, του φανατισμού και της πληθώρας. Πολλές μικρές εκδηλώσεις δεν πρόκειται να αφήσουν το στίγμα που θα μπορούσε να δώσει μία και μεγάλη. Αυτός είναι και ο λόγος που επιμένω πως υπό την αιγίδα του κράτους πρέπει να πραγματοποιηθούν μερικές μεγάλες και σημαντικές εκδηλώσεις – επιμένω λίγες στον αριθμό – και από κει και πέρα ας κάνει κανείς ότι θέλει, αλλά με τους δικούς του πόρους, χωρίς ωστόσο να μπορούμε να ελπίζουμε ότι η δαπάνη αυτή θα πιάσει τόπο.

Ελπίζω ότι υπό το βάρος της κρίσης του κορωναϊού οι επιλογές μας θα είναι πιο σοφές και λιγότερο ευκαιριακές από αυτό που δείχνουν να είναι μέχρι τώρα.

«Η πανδημία και οι αντοχές της ελληνικής οικονομίας – Η επόμενη ημέρα»

Διαδικτυακή δημόσια συζήτηση που διοργανώθηκε από τον «Κύκλο Ιδεών», 8 Απριλίου 2020


Μπορείτε να μεταβείτε στο video από το link: https://www.youtube.com/watch?v=L8gDG0_4KS0&feature=share&fbclid=IwAR2OUkio03xKtg8SnNllQLNui3LyJ7dk8zAuuGhEUGw0UVCqzeUrfdjdk58

“Ποια θα είναι η Ελλάδα μετά τον κορονοϊό”

Άρθρο της Ελευθερίας Κόλια, 9.4.2020 στο site “Protagon.gr” για αυτή τη διαδικτυακή συζήτηση.

Τη δική του ιδιαίτερη ματιά κατέθεσε ο κ. Κωστής, θέτοντας ερωτηματικό ως προς το κόστος όλης αυτής της ιστορίας.

«Από το 2008, ο κόσμος έχει μπει σε διαδικασία αποπαγκοσμιοποίησης», σημείωσε χαρακτηριστικά. «Διεθνείς συνδέσεις έχουν αρχίσει να αποσυναρμολογούνται, με κορυφαίο παράδειγμα το Brexit. Η αρθρογραφία των τελευταίων εβδομάδων καταδεικνύει ότι η πανδημία επιταχύνει τις εξελίξεις αυτές».

Ο κ. Κωστής επέμεινε στα διαρθρωτικά προβλήματα της χώρας, όπως το μη βιώσιμο ασφαλιστικό σύστημα και το μη βιώσιμο χρέος, είδε όμως φως στο τούνελ: η πειθαρχία που επιδείξαμε ως τώρα, δείχνει ότι μπορούμε να αντιμετωπίσουμε και τη νέα πραγματικότητα. Η Ελλάδα θα πρέπει να προχωρήσει.

Σε απάντηση, πάντως, ερώτησης του κ. Βενιζέλου, ο κ. Κωστής θύμισε ότι η ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας τα δύσκολα χρόνια του ’50 έγινε με ξένη βοήθεια, έντονη, και ενώ οι στρατηγικές επιλογές για την οικονομία έβρισκαν σε αγαστή σύμπνοια όλες τις πολιτικές παρατάξεις. «Τώρα, αν μου πείτε ποιοι είναι οι στόχοι…», είπε σκωπτικά ο καθηγητής.

Για να μεταβείτε σε ολόκληρο το άρθρο, ανοίξτε το link: https://www.protagon.gr/themata/poia-tha-einai-i-ellada-meta-ton-koronoio-44342033679

 

 

Από τον καιρό της πανώλης στο σήμερα

Ο καθηγητής Κώστας Κωστής μιλάει στην εφημερίδα « Η Καθημερινή», 31 Μαρτίου 2020


Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο στις περιπτώσεις παγκόσμιας απειλής, όπως είναι μια πανδημία, είναι ότι βρισκόμαστε, κατά μιαν έννοια, γυμνοί απέναντι στη μοίρα μας. Οχι μόνο τίποτα δεν μπορεί να μας εξασφαλίσει την ορθότητα των αποφάσεών μας στην αντιμετώπιση του κινδύνου, αλλά, επιπλέον, οι ενέργειές μας καθορίζονται από τις εσωτερικές δεσμεύσεις στις πεποιθήσεις και στις αξίες μας.

Με αφορμή την οπτική που ο πρωθυπουργός της Αγγλίας αλλά και το σύνολο του αγγλοσαξονικού κόσμου είχαν αρχικώς στο θέμα του κορωνοϊού, συζητάμε με τον καθηγητή του ΕΚΠΑ Κώστα Κωστή, συγγραφέα ενός σημαντικού, και πιθανώς μοναδικού στην ελληνική γραμματεία, βιβλίου με τον τίτλο «Στον καιρό της πανώλης», που κυκλοφορεί από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

– Ποια είναι η γνώμη σας για την πολιτική της αγέλης που προσπάθησε να ακολουθήσει ο Τζόνσον στην Αγγλία;

– Θα μου επιτρέψετε να απαντήσω με έναν αφορισμό που διάβασα στον Guardian: «Just as there are no atheists on a sinking ship, there are no free-marketeers in a pandemic» – όπως δεν υπάρχουν άθεοι σε ένα πλοίο που βυθίζεται, έτσι δεν υπάρχουν και οπαδοί της ελεύθερης αγοράς σε μια πανδημία. O Τζόνσον έπαιξε και έχασε, έδειξε δε ότι είναι πολύ περιορισμένων ικανοτήτων πολιτικός. Το θέμα είναι τι κόστος θα κληθούν να καταβάλουν οι Αγγλοι· φοβάμαι, δε, ότι θα είναι πολύ υψηλό. Η ηθική της αγοράς, έτσι όπως την πρεσβεύει ο Τζόνσον, φαίνεται ότι θα τιμωρήσει τον οπαδό της, αλλά δυστυχώς και πολλούς άλλους.

– Η επιδημία καταργεί τις κοινωνικές διακρίσεις και την ιεραρχία εξισώνοντας ισοπεδωτικά τα ανθρώπινα όντα μπροστά στον θάνατο;

– Θεωρητικά ναι. Ας σκεφτούμε, όμως, ότι ο εύπορος άνθρωπος, στην περίπτωση μιας επιδημίας πανώλης, μπορούσε να μείνει στο σπίτι του, έχοντας εξασφαλισμένη τη διατροφή του και σε συνθήκες υγιεινής ασφαλώς καλύτερες από εκείνες του μέσου όρου. Ενας φτωχός άνθρωπος, μιας και δεν υπήρχε κράτος να τον βοηθήσει, θα έπρεπε να δουλέψει για να εξασφαλίσει τη διατροφή της οικογένειάς του. Κάτι τέτοιο όμως πολλαπλασιάζει τις πιθανότητες να προσβληθεί από μια επιδημική ασθένεια. Αλλωστε, δεν ήταν τυχαίο ότι σε εποχές επιδημίας οι εύποροι έφευγαν από τις πόλεις και πήγαιναν στα εξοχικά τους για να σωθούν.

– Υπακούμε στις εντολές του κράτους για να σωθούμε ως κοινότητα ή ως άτομα;

– Η λογική του κράτους είναι ότι πρέπει να σώσει την κοινότητα, γιατί χωρίς αυτήν δεν υπάρχει. Αλλά και εμείς υπακούμε στις εντολές για την προσωπική μας σωτηρία.

– Αν γράψετε ένα βιβλίο έπειτα από δέκα χρόνια γι’ αυτήν την πανδημία, τι διαφορές πιστεύετε ότι θα είχε από το βιβλίο σας για την πανώλη;

– Η μεγάλη διαφορά βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο διαφορετικές κοινωνίες κατανοούν την ασθένεια. Σήμερα, η ασθένεια κατηγοριοποιείται ως τέτοια μόνο μέσω της εργαστηριακής ανάλυσης. Τον 16ο αιώνα ή τον 17ο αιώνα, ήταν το άθροισμα των συμπτωμάτων που καθόριζε τη φύση της ασθένειας. Είναι δύο εντελώς διαφορετικοί κόσμοι, στον ένα από τους οποίους το θείο παίζει συχνά σημαντικό ρόλο.

– Μπορεί να πει κάποιος σήμερα ότι μια τέτοια πανδημία είναι όργανο θεοδικίας;

– Ασφαλώς κάποιοι θα το πουν. Οι ίδιοι που πιστεύουν ότι δεν μεταδίδεται η ασθένεια από τη μετάληψη. Ευτυχώς, οι κοινωνίες μας βρίσκονται πια μακριά από τις αντιλήψεις αυτές.

– Εννοείτε τον δυτικό κόσμο;

– Και στην Κίνα και στη Σαουδική Αραβία η βάση των πολιτικών που ακολουθούνται είναι η ιατρική επιστήμη.

– Το ηθικό στοιχείο του Μπόρις Τζόνσον λέει κάτι άλλο. Δέχομαι έναν αριθμό θυμάτων, προκειμένου να έχω την επόμενη μέρα υγιή οικονομία για όλους. Αυτό είναι το δικό του ηθικό μέτρο. Οι δυσοίωνες επιστημονικές προβλέψεις τον εμπόδισαν, η επιστήμη τον εμπόδισε.

– Δεν συμμερίζομαι ακριβώς αυτή την άποψη. Αυτό που τον εμπόδισε ήταν το υψηλό πολιτικό κόστος που θα κατέβαλλε αν τα θύματα ξεπερνούσαν κάποια ανεκτά όρια. Επίσης, όπως διάβασα πρόσφατα, φαίνεται ότι τον επηρέασε σημαντικά η απειλή του Μακρόν να κλείσουν τα σύνορα της Γαλλίας αν δεν λάμβανε μέτρα η Βρετανία. Επομένως, η πολιτική είναι που τον επηρέασε. Πίσω, φυσικά, από τα μέτρα βρίσκονται οι ειδικοί και, ευτυχώς, στη χώρα μας οι ειδικοί έχουν την πρωτοβουλία.

– Στις περιόδους της πανώλης δεν υπήρχαν ειδικοί.

– Ειδικός ήταν και ο ιερέας, ο οποίος μεσολαβούσε στον Θεό, μέσω της λιτανείας ή της λειτουργίας, για να φύγει το κακό. Ειδικός ήταν και ο γιατρός, ανεξαρτήτως του εάν οι υπηρεσίες του ελάχιστα είχαν να προσφέρουν στους ασθενείς.

– Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι οι ειδικοί. Πώς θα ορίζαμε την επιστήμη σήμερα σε σχέση με τον 18ο αιώνα;

– Τον 18ο αιώνα, ό,τι ονομάζεται ιατρική δεν είναι τίποτα περισσότερο από διάφορα θεωρητικά σχήματα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και στις αρχές του 19ου αιώνα σημαντικό μέρος των γιατρών αποκαλούνταν ιατροφιλόσοφοι. Αντιθέτως, σήμερα η ιατρική επιστήμη στηρίζεται σε ένα εργαστηριακό υπόβαθρο, χωρίς το οποίο δεν μπορεί να μιλήσει κάποιος για την ασθένεια.

– Εσάς ως ιστορικό ερευνητή δεν σας θέλγει ιδιαίτερα η εμπειρική διάσταση της επιστήμης, δηλαδή το πείραμα και η επαλήθευση;

– Ας λάβουμε υπόψη μας ότι ένας ιστορικός δεν χρησιμοποιεί αυτά τα εργαλεία, κινείται με άλλους τρόπους. Αυτό όμως που εννοούσα προηγουμένως είναι ότι είναι εύκολο να κατανοήσεις τη σημερινή κοινωνία γιατί είμαστε κομμάτι της και μπορούμε να καταλάβουμε πώς αντιδρούν οι άνθρωποι. Για μένα όμως, ως ιστορικό, η πρόκληση βρίσκεται στο να κατανοήσεις το διαφορετικό, δηλαδή μια άλλη κοινωνία που σκέφτεται και δρα με τρόπους άλλους από τους σημερινούς.

– Ποιο στοιχείο θα σας έκανε να ασχοληθείτε με τον κορωνοϊό ύστερα από δέκα χρόνια;

– Αυτό καθαυτό το επιδημικό φαινόμενο δεν μου προκαλεί ιδιαιτέρως το ενδιαφέρον. Ωστόσο, υπάρχει μία πτυχή του προβλήματος που νομίζω ότι θα μας απασχολήσει ιδιαιτέρως στο μέλλον. Η πτυχή αυτή αφορά τη διαδικασία απο-παγκοσμιοποίησης, στην οποία φαίνεται ότι έχουμε μπει ήδη από το 2008 με τη μεγάλη οικονομική κρίση και της οποίας συμπτώματα βλέπουμε κατά τα τελευταία χρόνια συνεχώς: Brexit, ενίσχυση αντισυστημικών κομμάτων. Επικράτηση πολιτικών ηγεσιών τύπου Τραμπ, Μπολσονάρο, Τζόνσον, κάποια στοιχεία δασμολογικών πολέμων κ.λπ. Μπορεί κανείς να πιθανολογήσει ότι η επιδημία που ζούμε θα επιδεινώσει αυτήν τη διαδικασία και ο έλεγχος των συνόρων θα επιδιωχθεί να γίνει πιο αυστηρός. Βέβαια, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με την ιστορία του ιού, αλλά με την ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών, που πάντοτε αλλάζουν έπειτα από τόσο σημαντικά γεγονότα, όπως ο πόλεμος, η κρίση ή η επιδημία.

– Εννοείτε ότι θα κλειστούμε στον εαυτό μας;

– Ισως, αν και ασφαλώς όχι με τον τρόπο που έγινε κάτι τέτοιο στον Μεσοπόλεμο. Ας σκεφτούμε ότι η έκδοση ενός ευρωομολόγου θα αποτελέσει μια ριζοσπαστική αλλαγή στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Οπότε βλέπουμε παράλληλα και αντιτιθέμενα φαινόμενα: ενδεχομένως να βρεθούμε ενώπιον μεγάλων οικονομικών ενοτήτων που θα περιορίσουν τους διαύλους «επικοινωνίας» μεταξύ τους σε σύγκριση με το παρελθόν. Μένει να το δούμε. Κανείς ιστορικός δεν μπορεί να προβλέψει το μέλλον, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το μέλλον.

 

#Stayhome Κώστας Κωστής: Το παρόν μάς δίνει τα καλύτερα μαθήματα από το παρελθόν

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα Η Καθημερινή, 24 Μαρτίου 2020


Αναπόφευκτο το ερώτημα: Μπορεί η παγκόσμια ή η εθνική μας Ιστορία να μας δώσει κάποια διδάγματα για τη δύσκολη περίοδο που διανύουμε και για την ακόμα δυσκολότερη που φαίνεται να είναι ante portas; Τι θα μας έλεγαν οι πρόγονοι; «Δεν θέλω να σας απογοητεύσω», λέει ο ιστορικός Κώστας Κωστής από την άλλη άκρη του τηλεφώνου, «αλλά νομίζω ότι είναι πολύ πιο χρήσιμο να έχουμε επαφή με την πραγματικότητα, με το τι συμβαίνει γύρω μας παρά με το παρελθόν. Ξέρετε, δεν μας παραδειγματίζει η ιστορική εμπειρία της ανθρωπότητας όσο η συνειδητοποίηση της κρισιμότητας μιας κατάστασης. Υπό αυτήν την έννοια, θεωρώ ότι η παρούσα κυβέρνηση έχει πράξει άριστα. Εκανε σωστή εκτίμηση του κινδύνου, φέρθηκε με σοβαρότητα και αξιοπιστία, πήρε τα κατάλληλα μέτρα αρκετά έγκαιρα ώστε να μας προφυλάξει όλους, διαχώρισε τη θέση της ακόμα και από την Εκκλησία, κάτι που ήθελε θάρρος».

Συνεχίζει: «Το στοίχημα είναι πώς οι πολίτες θα σεβαστούν και θα δεχθούν αυτούς τους περιορισμούς ώστε να προφυλάξουν με τη σειρά τους το κοινωνικό σύνολο. Θεωρώ πως μέχρι τώρα τα έχουμε πάει αρκετά καλά. Με κάποιες εξαιρέσεις βεβαίως: τόσο από τη μεριά των νέων όσο και από τη μεριά κάποιων μεγαλύτερων σε ηλικία που πήραν λ.χ. το αυτοκίνητο ή το καράβι για να πάνε στα χωριά και στα νησιά καταγωγής τους χωρίς να σκεφθούν ότι μπορεί να κάνουν μεγαλύτερη διασπορά της ασθένειας με τον τρόπο αυτό».

Μπαίνω στον πειρασμό να ρωτήσω τον συγγραφέα του βιβλίου «Τα κακομαθημένα παιδιά της Ιστορίας» μήπως η αγαπημένη απειθαρχία των Ελλήνων στους κανόνες αναδυθεί ξανά. «Θα σας απαντήσω με την αγαπημένη μου ιστορία από το κίνημα “Δεν πληρώνω”, στην οποία ένας οδηγός πανάκριβου τζιπ βγήκε από το όχημα να σηκώσει την μπάρα και κοίταξε την τηλεοπτική κάμερα με ύφος σκανταλιάρικου παιδιού. Η απειθαρχία εδώ βαφτίζεται δήθεν τάχα αντίσταση, αλλά εξιδανικεύει τη γενικευμένη πονηριά και τη φθήνια στη συμπεριφορά. Ας μη δράσουμε έτσι τώρα και ας δείξουμε την απαραίτητη ευαισθησία ώστε να προφυλάξουμε ανθρώπους ασθενείς ή ηλικιωμένους».

«Αν και πρέπει να σας πω ότι σήμερα στον φούρνο όλοι τηρούσαν τις αποστάσεις ασφαλείας, πέραν ενός κυρίου μεγάλης ηλικίας, που με άγνοια κινδύνου μπήκε μπροστά μου και μου έδωσε και μια αγκωνιά. Η αίσθηση της “αντίστασης” που σας έλεγα πριν, υπάρχει σε όλες τις γενιές. Δυστυχώς, το εκπαιδευτικό μας σύστημα έχει αποτύχει παταγωδώς να μας μαθαίνει τα όρια και πώς η κοινωνική αλληλεγγύη συνδέεται με την ατομική υπευθυνότητα. Έτσι, στο τέλος φταίνε όλοι οι άλλοι εκτός από εμάς».

Πώς σκοπεύει να περάσει αυτό το διάστημα του «Μένουμε Σπίτι»; «Εμείς οι πανεπιστημιακοί είμαστε προγραμματισμένοι να διαβάζουμε και να γράφουμε. Νομίζω ότι στις ζόρικες περιόδους ένα μεγάλο μυστικό για να τα βγάλουμε πέρα είναι το χιούμορ.

Παρακολουθώ στο Netflix, τη σειρά “Μέθοδος Kominsky” στην οποία πρωταγωνιστεί ο Μάικλ Ντάγκλας και διασκεδάζω αφάνταστα όπως επίσης και με τη σειρά “How I met your mother”. Όμως τολμώ να πω ότι θεωρώ καλύτερο από όλα τα “Φιλαράκια”. Ανακάλυψα τη σειρά πολύ πρόσφατα – τελευταίος από όλους δηλαδή– σε μια εποχή κατά την οποία είχα αρρωστήσει και έπρεπε να μένω πολύ στο σπίτι. Ξεκαρδιζόμουν σε τέτοιο βαθμό που τρόμαζα τη γυναίκα μου στο άλλο δωμάτιο».

Αν παρ’ όλα αυτά, μαύρες σκέψεις γυρίζουν στο κεφάλι, τι κάνει; «Λέω στον εαυτό μου πως οι γονείς και οι παππούδες μας είχαν περάσει τρομερά πράγματα και θα γέλαγαν που πρέπει να μείνουνε κλεισμένοι σπίτι στην ασφάλεια του καναπέ μας».

Χρήματα στο ΕΣΥ ή στην «Ελλάδα 2021»; Τρεις κορυφαίοι ιστορικοί μιλούν στη LiFO

Δημοσιεύτηκε στην LIFO 20.3.2020


H εξάπλωση της πανδημίας του κορωνοϊού ανατρέπει καθημερινά όλα όσα γνωρίζαμε έως σήμερα. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται και μεγάλες διοργανώσεις, δράσεις και πρωτοβουλίες, αθλητικές, ιστορικές, πολιτιστικές κ.ά. Αυτές τις μέρες στην πλατφόρμα «Ψηφίσματα Πολιτών» του Avaaz έχει ξεκινήσει μια εκστρατεία από πολίτες που ζητούν τα χρήματα για τον εορτασμό της επετείου των 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821 να διατεθούν στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, για την αντιμετώπιση της πανδημίας

Συγκεκριμένα, στο κείμενο αναφέρεται: «Δεν μπορεί η χώρα μας, μετά από 10ετή κρίση και εν μέσω κρίσης του Covid-19, να σπαταλά τόσα εκατομμύρια ευρώ σε φιέστες για τον εορτασμό των 200 χρόνων από το 1821 και το Εθνικό Σύστημα Υγείας να καταρρέει».

Μάλιστα, υποστηρίζουν ότι αν και ένα μέρος αυτών των χρημάτων θα προέρχεται από χορηγίες, θα ήταν χρήσιμο αυτοί που θέλουν να διαθέσουν κάποια ποσά στο ίδρυμα «Ελλάδα 2021» να τα διοχετεύσουν στην ανόρθωση του ΕΣΥ και στην αντιμετώπιση της πανδημίας. Οι υπογραφές μέχρι σήμερα έχουν ξεπεράσει τις 54.000.

Τι απαντούν επιφανείς ιστορικοί για το θέμα; Η LiFO ανοίγει τη συζήτηση και γι' αυτό συνομίλησε με τους Θάνο Βερέμη, Κώστα Κωστή και Νίκο Θεοτοκά.

Θάνος Βερέμης, ομότιμος καθηγητής Ιστορίας στο ΕΚΠΑ και μέλος της «Πρωτοβουλίας 1821-2021»

Η ιστορία του κόσμου είναι γεμάτη από επιδημίες, και μάλιστα μερικές με δημιουργικά αποτελέσματα. Το «Δεκαήμερο» του Βοκάκιου το 1348 υπήρξε αποτέλεσμα ανταλλαγής ιστοριών από κάποιους έγκλειστους Ιταλούς της Φλωρεντίας τα χρόνια της πανούκλας. Πρέπει, άραγε, να εκτρέψουμε πόρους από τον εορτασμό της Παλιγγενεσίας για να βοηθήσουμε όσους πλήττονται από τη νέα πανδημία; Η απάντηση είναι «ναι», μολονότι τα μεγέθη είναι διαφορετικά. Ο εορτασμός είναι πιθανό να ενισχυθεί έμμεσα από τους τόσους έγκλειστους στις μέρες μας που διαβάζουν, ελπίζω, για πρώτη φορά απομνημονεύματα από αυτόπτες μάρτυρες της Επανάστασης. Για παράδειγμα, οι περισσότεροι γνωρίζουν τον μεγάλο διαμαρτυρόμενο του Γένους, Ιωάννη Μακρυγιάννη. Τώρα μπορούμε να μάθουμε, αρκεί να αφιερώσουμε χρόνο, τον Σπηλιάδη, τον Κασομούλη, τον Φωτάκο, τον Σπυρομήλιο και πολλούς ακόμα. Ίσως η εισαγωγή των μαθητών στα κείμενα αυτών των συγγραφέων, άγνωστων στο ευρύ κοινό, θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί από την ύλη του σχολείου που καθορίζει το υπουργείο Παιδείας. Υπάρχουν, άλλωστε, πολλοί ακόμα τρόποι να εορτάσουμε την επέτειο των διακοσίων ετών χωρίς να ξοδέψουμε μεγάλα ποσά. Η αντιμετώπιση της πανδημίας θα χρειαστεί ένα ιδιαίτερο κόστος προκειμένου να μην έχει επώδυνα αποτελέσματα. Συνεπώς, το κόστος για την εθνική επέτειο μπορεί να μην είναι τόσο υψηλό. Δεν χρειάζεται να ξοδευτούν χρήματα. Θα ήταν χρησιμότερο το κράτος και ειδικά το υπουργείο Παιδείας να δώσει περισσότερο βάρος στο περιεχόμενο της εκπαίδευσης. Εκεί υστερούμε. Περισσότερη εκπαίδευση και όχι φιέστες».

Κώστας Κωστής, καθηγητής Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μέλος της επιτροπής «Ελλάδα 2021»

Παρακολουθώ με αρκετή προσοχή τα δημοσιεύματα που έχουν ξεκινήσει ήδη από το 2019, αν όχι νωρίτερα, για το 1821 και τον εορτασμό της επετείου. Επίσης, νομίζω ότι έχω μια καλή εικόνα για τις εκδηλώσεις που προγραμματίζονται με την ευκαιρία της επετείου. Η μάλλον οδυνηρή διαπίστωση, καθώς πλησιάζουμε τη χρονιά του εορτασμού των 200 χρόνων, ήταν ότι κινδυνεύουμε να χάσουμε το μέτρο, αν δεν το έχουμε χάσει ήδη.

Σε μια χώρα η οποία μέχρι σήμερα πολύ λίγο έχει ενδιαφερθεί για τη μελέτη και την κατανόηση του γενεσιουργού γεγονότος της, όλοι προσπαθούν να τοποθετηθούν στην αφετηρία των εορτασμών κατά τρόπο ευνοϊκό για την ικανοποίηση των φιλοδοξιών και των επιδιώξεών τους. Ως κερασάκι στην τούρτα, δε, ιστορικοί και κοινωνικοί επιστήμονες, κουνώντας το δάχτυλο, επιδιώκουν να μας δείξουν ότι μόνοι αυτοί, ο καθένας με τον τρόπο του φυσικά, είναι οι κάτοχοι της πραγματικής αλήθειας τόσο για το τι ακριβώς ήταν ο Πόλεμος της Ανεξαρτησίας αλλά και για το ποιο πρέπει να είναι το περιεχόμενο των εορτασμών. Μπορεί κανείς με τρόμο να φανταστεί τι θα συμβεί του χρόνου, όταν κάθε Έλληνας, κάθε κοινότητα, κάθε επιστημονική και μη εταιρεία και κάθε οργανισμός θα γιορτάζουν ένα γεγονός στο οποίο θα δίνουν πολύ φυσιολογικά το νόημα που οι ίδιοι πιστεύουν ότι έχει.

Τα εξαιρετικά δυσάρεστα συμβάντα των τελευταίων μηνών, προσφυγικό και επιδημία Covid-19, ενδεχομένως να έχουν ένα αγαθό αποτέλεσμα. Να μας κάνουν να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα ως έχει. Η αίσθηση ότι έχουμε ξεφύγει από τους καταναγκασμούς των μνημονίων και κατ' επέκταση ότι τα προβλήματα λύθηκαν έχει δημιουργήσει ένα αίσθημα αισιοδοξίας που δεν δικαιολογείται από τα πράγματα. Προφανώς κανείς δεν μπορεί να εμποδίσει ανθρώπους και κοινότητες να γιορτάσουν την επέτειο των 200 χρόνων όπως επιθυμούν και νομίζουν. Το ελληνικό κράτος, ωστόσο, βρισκόταν σε δύσκολη θέση ήδη πριν από την πανδημία και ασφαλώς η θέση του θα επιδεινωθεί κατά τους επόμενους μήνες.

Επομένως, καλό θα ήταν το επίσημο κράτος να διοργανώσει λίγες και μεγάλες εκδηλώσεις για να τιμήσει όποιους πρέπει να τιμήσει και στο εξής να ασχοληθούμε με το μέλλον, το οποίο μόνο ευοίωνο δεν φαντάζει. Αντιστοίχως, η χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα σπατάλη χρημάτων σε μια χώρα της οποίας οι αδυναμίες σε πολλούς τομείς είναι κραυγαλέες μού φαίνεται αδικαιολόγητη. Από κει και πέρα, κάθε ιδιώτης έχει το δικαίωμα να κάνει ό,τι θέλει, μόνο που φοβάμαι πως οι πολλές γιορτές δεν θα έχουν να προσφέρουν κάτι στη χώρα μας. Αντιθέτως, αυτό που έχουμε ανάγκη είναι να σκεφτούμε πολύ σοβαρά τις απαιτήσεις του μέλλοντος, κάτι που αποφεύγουμε επίμονα να κάνουμε. Λίγος ρεαλισμός, πάντως, δεν βλάπτει.

Τέλος, όσον αφορά το αν πρέπει να δοθούν τα χρήματα για τις εκδηλώσεις της επετείου του 1821 στο δημόσιο σύστημα υγείας, φοβάμαι πως δεν είναι τόσο πολλά για να κάνουν τη διαφορά. Άλλωστε, το πρόβλημα του Ελληνικού Συστήματος Υγείας έχει πιο πολύ να κάνει με την οργάνωσή του παρά με την έλλειψη πόρων.

Νίκος Θεοτοκάς, καθηγητής Ιστορικής και Θεωρητικής Κοινωνιολογίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίο

Τις προτεραιότητες τις υπαγορεύει η ζωή. Και από τούτη τη στιγμή προτεραιότητα είναι η ανόρθωση του ΕΣΥ και η αντιμετώπιση του ιού Covid-19. Η προστασία του πληθυσμού της χώρας, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι πρόσφυγες, οι μετανάστες, μέρος των Ρομά, οι φυλακισμένοι, οι απόμαχοι της ζωής που διαβιούν σε ιδρύματα, οι άστεγοι και οι εγκαταστάσεις του στρατού. Οι δαπάνες για τους εορτασμούς, λοιπόν, περισσεύουν. Μόνη εξαίρεση, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να είναι το ελάχιστο ποσοστό των χρηματοδοτήσεων που δόθηκε ή που προβλέπεται με αφορμή τον εορτασμό των 200 χρόνων από το 1821 για την ενίσχυση της πρωτογενούς ιστορικής έρευνα

Εξακολουθούμε να βρισκόμαστε σε ένα καθεστώς άρνησης της πραγματικότητας

Δημοσιεύτηκε στην LIFO, 23 Δεκεμβρίου 2019


Φαντάζομαι όπως οι περισσότεροι κάτοικοι αυτής της χώρας. Από τη βεβαιότητα και την ευφορία βρέθηκα σε μια κατάσταση πλήρους ανασφάλειας και αγωνίας για το τι θα φέρει η επόμενη μέρα. Και φυσικά μιας απαισιοδοξίας για το δικό μου μέλλον, όπως άλλωστε και για το μέλλον της χώρας μας. Όλα αυτά μέσα σε ένα πλαίσιο μιας μεγάλης δυσπιστίας για ένα πολιτικό σύστημα που μοναδικό μέλημά του είχε την αναπαραγωγή του και όχι την επίλυση των προβλημάτων. Δυστυχώς, ήταν μια εμπειρία που μας σημάδεψε και θα μας ακολουθεί για πολλά χρόνια στο μέλλον.

Η αδυναμία μας να κατανοήσουμε τι ακριβώς μας συμβαίνει και με ποιον τρόπο θα το αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά καθορίζει και την απάντηση στο ερώτημά σας για το ποια ήταν τα γεγονότα που καθόρισαν τη δεκαετία. Έτσι, η στροφή του ΣΥΡΙΖΑ, μετά το δημοψήφισμα του 2015, αποτελεί το σημαντικότερο γεγονός, καθώς επιβεβαίωσε την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας μας, και μάλιστα από το σημαντικότερο κομμάτι του αντισυστημικού μετώπου. Επομένως, στη στροφή αυτή βλέπω ένα μείζον γεγονός στη σύγχρονη Ιστορία μας που απέτρεψε την είσοδο της χώρας σε σκοτεινούς καιρούς και εδραίωσε την αντίληψη για την ευρωπαϊκή προοπτική της στο συντριπτικά μεγαλύτερο τμήμα του πολιτικού φάσματος. Παράλληλα, όμως, ο ευκαιριακός και καιροσκοπικός τρόπος με τον οποίο έγινε η στροφή του ΣΥΡΙΖΑ δεν επέτρεψε την κατανόηση των προβλημάτων της χώρας κι αυτό φαίνεται και στην πολιτική ρητορική μεγάλης μερίδας του πολιτικού συστήματος και σήμερα.

Τα πάντα έχουν αλλάξει σε αυτά τα δέκα χρόνια, μόνο που ακόμα δεν έχουμε αποκτήσει συνείδηση αυτών των αλλαγών. Οι μεταρρυθμίσεις που έγιναν, οι αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν ως συνέπεια της εφαρμογής των μνημονίων, θα χρειαστεί χρόνο για να εκδηλωθούν πλήρως. Επίσης, οι κοινωνικοί και πολιτικοί μετασχηματισμοί είναι σαρωτικοί, μόνο που δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ακόμα τις δουλείες και τις υποχρεώσεις που μας έχουν επιβληθεί και τι συνέπειες θα έχουν για τη ζωή μας. Και για να αντιστρέψω το ερώτημά σας, εκείνο που δεν έχει αλλάξει είναι ο τρόπος που προσπαθούμε να κατανοήσουμε τι ακριβώς μας συνέβη. Επί της ουσίας, εξακολουθούμε να βρισκόμαστε σε ένα καθεστώς άρνησης της πραγματικότητας.

Εάν το διεθνές περιβάλλον εξακολουθήσει να κινείται με τη σημερινή δυναμική, τότε φοβάμαι ότι θα χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε σημαντικά προβλήματα, και δεν είμαι σίγουρος πως έχουμε τη δυνατότητα να τα λύσουμε. Και μόνο το γεγονός ότι δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ποια είναι τα βασικά προβλήματα που οφείλουμε να χειριστούμε αποτελεσματικά για να μπορεί η Ελλάδα να πατήσει στα πόδια της είναι αρκετό για να μου δημιουργεί έντονες ανησυχίες για το μέλλον.

Η χώρα μας χρειάζεται μια μακρά περίοδο πολιτικής σταθερότητας και προσαρμογών στο διεθνές περιβάλλον. Σε διαφορετική περίπτωση, δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της ομαλής λειτουργίας της δημοκρατίας, της οικονομικής ανάπτυξης και της συμμετοχής στην ευρωπαϊκή οικονομική ολοκλήρωση. Θα χρειαστεί να αφήσει κατά μέρος ένα από αυτά τα συστατικά της σημερινής πραγματικότητάς μας. Και, φυσικά, κάτι τέτοιο θα είναι οδυνηρό.

Πώς η Ελλάδα έγινε από μικρή οθωμανική επαρχία, ευρωπαϊκό κράτος

Δημοσιεύτηκε στην LIFO, Πέμπτη 8 Αυγούστου 2019


Ο Κώστας Κωστής γεννήθηκε στην Αθήνα το 1957. Σπούδασε Oικονομικά στο τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών και στη συνέχεια Ιστορία στην École des hautes etudes en sciences sociales του Παρισιού. Σήμερα είναι καθηγητής Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και συγγραφέας αρκετών ευπώλητων βιβλίων, μεταξύ των οποίων και τα «Κακομαθημένα παιδιά της Ιστορίας».

 

Συναντηθήκαμε στο σπίτι του σε μια αστική πολυκατοικία του 1938 στο Κολωνάκι. Στο διαμέρισμά του υπάρχουν παντού βιβλία, σημειώσεις και αποκόμματα εφημερίδων. Σε ξεχωριστό σημείο υπάρχουν πολυάριθμα κύπελλα, αφού πριν αρκετά χρόνια είχε διακριθεί στο δέκαθλο ως αθλητής του Πανελληνίου και είχε αναδειχθεί πρωταθλητής Ελλάδας στο συγκεκριμένο άθλημα.

 

Κατά τη διάρκεια της συζήτησής μας παρεμβαίνουν διαρκώς ο χαριτωμένος σκύλος του, ο Κατσάκος, αλλά και ο ανήσυχος γάτος Χάρης, τον οποίο είχε βρει σε άσχημη κατάσταση στον Άγιο Φωκά της Τήνου.

 

Το τελευταίο του βιβλίο «Ο πλούτος της Ελλάδας: Η ελληνική οικονομία από τους Βαλκανικούς Πολέμους μέχρι σήμερα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη αποτελεί μια συνοπτική, νηφάλια και διαυγή εξιστόρηση της διαμόρφωσης του νεοελληνικού κράτους από τις απαρχές του ως σήμερα. Ο βασικός άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται το παρόν βιβλίο είναι η μετατροπή μιας μικρής επαρχίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος.

 

Όπως σημειώνει ο συγγραφέας: «Αντικείμενο του βιβλίου είναι η ελληνική οικονομική ιστορία του 20ού αιώνα. Δεν είναι μόνον ο "αιώνας των άκρων" αλλά συνάμα και ο αιώνας που ωθεί τα έθνη στην ελευθερία και ανεξαρτησία τους και τις κοινωνίες να ξεπεράσουν τη φτώχεια τους». Στις σελίδες του διερευνάται ο οικονομικός μετασχηματισμός της Ελλάδας από τους Βαλκανικούς Πολέμους μέχρι σήμερα, δηλαδή ο μετασχηματισμός μιας φτωχής αγροτικής χώρας σε μια ανεπτυγμένη οικονομία του δυτικού κόσμου.

 

Στη συνέντευξη που ακολουθεί ο κορυφαίος ιστορικός μιλά για τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, το πανεπιστημιακό άσυλο, την ανάπτυξη, τις μεταρρυθμίσεις, την αριστερά, τη Χρυσή Αυγή, την Ιστορία και τους μύθους, τον άκρατο καταναλωτισμό και τη δεκαετή οικονομική κρίση.

 

Πώς αποτιμάτε τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ; Πού οφείλεται, κατά τη γνώμη σας, η ήττα τους στις εκλογές της 7ης Ιουλίου;

Το καλοκαίρι του 2015, σε ένα άρθρο μου στην «Καθημερινή», που δημοσιεύτηκε μάλιστα την επομένη του δημοψηφίσματος, είχα αποκαλέσει τον Αλέξη Τσίπρα τον χειρότερο πρωθυπουργό της ελληνικής ιστορίας. Αυτήν τη στιγμή θα πρόσθετα ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝ.ΕΛ. −διότι δεν θα πρέπει ποτέ να ξεχνάμε τη συνεργασία αυτή− ήταν η χειρότερη της ελληνικής ιστορίας. Επρόκειτο για έναν εσμό ανθρώπων χωρίς ικανότητες, χωρίς καμία άποψη για την Ελλάδα, με μοναδικό στόχο την εξουσία, που αγνόησαν κάθε θεσμική ηθική προκειμένου να ενισχύσουν τη θέση τους, αντιμετωπίζοντας την πολιτική ως επικοινωνιακό τέχνασμα, την ενθάρρυνση της πόλωσης ως αρετή και το κραυγαλέο ψεύδος ως μηχανισμό πολιτικής συσπείρωσης. Τι θα μπορούσε να περιμένει κανείς από μια τέτοια ομάδα; Η δε ήττα των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝ.ΕΛ., αλλά και γενικότερα το αποτέλεσμα των εκλογών της 7ης Ιουλίου, υπήρξε ένα δείγμα υγιούς αντίδρασης του ελληνικού εκλογικού σώματος που συνειδητοποίησε την οριακή κατάσταση στην οποία βρίσκεται η χώρα.

 

Επίσης, πρόσφατα σε άρθρο σας υποστηρίξατε ότι με τον ΣΥΡΙΖΑ «βούλιαξε η ηθική της αριστεράς και χρεοκόπησε ο μεσσιανισμός». Θα θέλατε να μας το εξηγήσετε;

Η κομμουνιστικής προέλευσης αριστερά, στην οποία ανήκει ένα μεγάλο μέρος των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, που δίνει και τον τόνο στο κόμμα, διακατεχόταν πάντοτε από την αντίληψη ότι ήταν οι μόνοι κάτοχοι της αλήθειας και μόνο αυτοί θα μπορούσαν να δώσουν τις «κοινωνικά και ηθικά ορθές λύσεις». Νομίζω −και δεν είμαι μόνο εγώ αυτός που το νομίζει− ότι η πολιτική πρακτική του ΣΥΡΙΖΑ τα τελευταία χρόνια απομυθοποίησε πλήρως όλους αυτούς τους αφελείς ισχυρισμούς και τον μετέτρεψε σε ένα πολιτικό κόμμα όπως όλα τα υπόλοιπα.

 

Στην εποχή μας πώς μπορεί να επιβιώσει η αριστερά; Και τι σηματοδοτεί η έξοδος της Χρυσής Αυγής από τη Βουλή;

Η λογική της αριστεράς μέχρι σήμερα στηρίχθηκε σε αντιλήψεις που διαμορφώθηκαν μεταπολεμικά, στο πλαίσιο μιας «ρηχής» παγκοσμιοποίησης που επέτρεπε μεγάλη αυτονομία στις εθνικές πολιτικές. Η δυνατότητα αυτή δεν υπάρχει πλέον και η παγκοσμιοποίηση απαιτεί κάθε χώρα να λαμβάνει πολύ σοβαρά υπόψη της τους διεθνείς κανόνες ανταγωνισμού. Θέλω να επιμείνω στο σημείο αυτό. Δεν είναι θέμα επιλογής, εκτός αν θέλουμε να γίνουμε Βόρεια Κορέα, αλλά μιας πραγματικότητας που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Το τι έχει συμβεί στη γερμανική σοσιαλδημοκρατία ή στους Γάλλους σοσιαλιστές είναι ενδεικτικό του τι θα συμβεί και στην Ελλάδα αν η αριστερά δεν βρει έναν πολιτικό λόγο που να ανταποκρίνεται στα σημερινά δεδομένα. Αυτά τα οποία πρέσβευε η αριστερά στο παρελθόν τώρα τα πρεσβεύει και η κεντροδεξιά, και μάλιστα με όρους πιο ρεαλιστικούς. Όσον αφορά, δε, τη Χρυσή Αυγή, θα επαναλάβω ότι, όπως σας είπα και προηγουμένως, στις εκλογές της 7ης Ιουλίου το εκλογικό σώμα φάνηκε πολύ ώριμο απέναντι στις επιλογές που ήταν διαθέσιμες. Αυτό που έχουμε ανάγκη πλέον είναι μια πολιτική κουλτούρα δημιουργική, δηλαδή μια κουλτούρα του πώς θα φτιάξουμε τον τόπο μας και όχι μια κουλτούρα του μίσους και της βίας. Νομίζω ότι αυτό είναι το ζητούμενο από δω και μπρος.

 

Από τους Βαλκανικούς Πολέμους ως την περίοδο των μνημονίων υπάρχει ένα συνεκτικό στοιχείο που να διατηρήθηκε στη διάρκεια των ετών; Κι αν ναι, ποιο είναι αυτό;

Νομίζω ότι είναι η αγωνιώδης προσπάθεια της χώρας να ξεφύγει από τη φτώχεια και τη στέρηση. Θα ήθελα για μια φορά ακόμα να θυμίσω ότι μόλις πριν από εξήντα χρόνια η Ελλάδα εξακολουθούσε να είναι μια πολύ φτωχή αγροτική χώρα. Βέβαια, τίποτα δεν την εμποδίζει να επιστρέψει σε μια τέτοια κατάσταση. Να σας θυμίσω μόνο ότι η φτώχεια στην Ελλάδα –σε σχετικούς όρους, βεβαίως– είναι από τις υψηλότερες στην Ευρώπη, οι δείκτες κοινωνικής δικαιοσύνης οι χειρότεροι στην Ευρώπη και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας έχει επιστρέψει στα επίπεδα του 1960 του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Με άλλα λόγια, αυτό που θα έβλεπα ως συνεκτικό στοιχείο είναι η προσπάθεια σύγκλισης, πολιτικής οικονομικής και κοινωνικής, με την Ευρώπη. Πρόκειται για στόχο που μας έχει ξεφύγει τα τελευταία χρόνια.

 

Δηλαδή ποια θεωρείτε ότι ήταν η καλύτερη οικονομική περίοδος της Ελλάδας και γιατί;

Δεν νομίζω να υπάρχουν αμφιβολίες ότι η καλύτερη οικονομική περίοδος ήταν η μεταπολεμική, οπότε η Ελλάδα μπόρεσε να ξεφύγει από τη φτώχεια. Ως προς αυτό δεν υπάρχει αμφιβολία. Ο Μεσοπόλεμος είναι μια ηρωική περίοδος, η Ελλάδα έκανε μια αγωνιώδη προσπάθεια να σταθεί στα πόδια της και τα κατάφερε. Και νομίζω ότι και η δεκαετία του 1990 θα πρέπει να τύχει αναγνώρισης, γιατί στη διάρκειά της υπήρξε μια κοινωνική και πολιτική συναίνεση ως προς την ευρωπαϊκή πορεία της Ελλάδας. Μόνο που, δυστυχώς, δεν διήρκεσε πολύ.

 

Γράφετε στο βιβλίο σας ότι η Ελλάδα, για να παραμείνει στη ζώνη του ευρώ, πρέπει να συντονίσει τον βηματισμό με τις υπόλοιπες οικονομίες της ευρωζώνης. Με ποιους τρόπους μπορεί να καταστεί εφικτό αυτό;

Η Ελλάδα χάνει διαρκώς έδαφος σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ζώνης του ευρώ. Αν, λοιπόν, δεν μπορέσει να επιταχύνει τους ρυθμούς μεγέθυνσης και να προσεγγίσει εκ νέου τις υπόλοιπες χώρες, να συγκλίνει με αυτές όπως λέμε, τότε θα είναι πολύ δύσκολη, με τα σημερινά δεδομένα τουλάχιστον, η παραμονή της στη ζώνη του ευρώ.

 

Ποιο είναι, κατά τη γνώμη σας, το μεγαλύτερο πρόβλημα που έχει να αντιμετωπίσει η χώρα μας από δω και πέρα; Είναι οικονομικού ή πολιτικού περιεχομένου;

 

Η Ελλάδα, προκειμένου να επιβιώσει στο σημερινό διεθνές πλαίσιο και με τα δεδομένα μιας αναπτυγμένης χώρας, θα πρέπει, πρώτα απ' όλα, να ελκύσει επενδύσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας, που με τη σειρά τους προϋποθέτουν ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θα παρέχει το κατάλληλο ανθρώπινο δυναμικό, ενώ συνάμα θα πρέπει να συντηρεί ένα κοινωνικό κράτος, χωρίς το κόστος του να αποτελεί επιβάρυνση για την οικονομία. Η επιτυχία των τριών αυτών στόχων είναι καθαρά θέμα πολιτικό και κυρίως διάρκειας, γιατί οι απαραίτητες αλλαγές δεν μπορούν να επιτευχθούν από τη μια μέρα στην άλλη.

 

Πιστεύετε ότι υπάρχει διάθεση εκ μέρους της κοινωνίας, μετά από μια δεκαετή οικονομική κρίση, για ανταγωνισμό που θα φέρει αναπτυξιακά αποτελέσματα;

Υπάρχουν κοινωνικές ομάδες που θα αντιδράσουν σε οποιαδήποτε προσπάθεια μεταβολής της κατάστασής τους, υπάρχουν και άλλες που θα αγωνιστούν για την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων. Οπότε δεν νομίζω ότι το πρόβλημα αφορά τις διαθέσεις μιας κοινωνίας αλλά τη δυναμική ποικίλων ομάδων, τις κυβερνητικές επιλογές και το κατά πόσο θα μας γίνει συνείδηση ότι η ανάγκη για αλλαγές είναι κάτι περισσότερο από απαραίτητη για να επιβιώσουμε σε ένα διεθνές πλαίσιο που γίνεται όλο και πιο απαιτητικό, αν όχι εχθρικό.

 

Ποια συνταγή είναι εκείνη με την οποία θα επιτευχθούν οι μεταρρυθμίσεις και θα έρθει η ανάπτυξη;

Δεν νομίζω ότι υπάρχει μία μοναδική θαυματουργή συνταγή που οδηγεί στη χώρα της επαγγελίας. Θα επαναλάβω αυτό που σας ανέφερα και προηγουμένως: χρειαζόμαστε επενδύσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας, εκπαιδευτικό σύστημα ικανό να στηρίξει τις επενδύσεις αυτές, κοινωνικό κράτος που να ικανοποιεί το αίσθημα του δικαίου και να μην επιβαρύνει την οικονομία δυσανάλογα με όσα προσφέρει. Όλα αυτά προϋποθέτουν ένα πολιτικό σύστημα που δεν θα ενδιαφέρεται μόνο για την ύπαρξή του –όπως συμβαίνει μέχρι σήμερα– αλλά που θα έχει ως φιλοδοξία να φτιάξει μια Ελλάδα που θα μπορεί με αξιοπρέπεια να επιβιώσει στο περιβάλλον της. Μιλάμε, δηλαδή, για ένα πολιτικό σύστημα που θα έχει την ικανότητα να αυτο-μεταρρυθμίζεται ώστε να εξυπηρετεί ευρύτερες ανάγκες. Ή, για να χρησιμοποιήσω την έκφραση μιας φίλης Γερμανίδας, η Ελλάδα δεν μπορεί να συνεχίσει να ζει παράγοντας μόνο πολιτική.

 

Γνωρίζουν Ιστορία οι Έλληνες ή ακόμα γοητευόμαστε από τους μύθους;

Νομίζω ότι οι εννιά στους δέκα Έλληνες θα σας απαντούσαν πως αγαπούν την Ιστορία και πως φυσικά γνωρίζουν Ιστορία, ασχέτως του εάν έχουν να διαβάσουν κάποιο βιβλίο Ιστορίας από την εποχή που τελείωσαν το σχολείο. Ως εκ τούτου, η απάντηση στο ερώτημά σας είναι μάλλον αυτονόητη. Τώρα, σχετικά με τους μύθους, νομίζω ότι η αντίδρασή μας είναι ανάλογη όλων των άλλων λαών: ένας μύθος που κολακεύει το εγώ μας, συλλογικό ή ατομικό, δεν μπορεί παρά να είναι αρεστός. Επομένως, ένα κακό εκπαιδευτικό σύστημα, όπως είναι αυτό που έχουμε, που δεν διδάσκει την Ιστορία ως έναν τρόπο για να κατανοούμε τη διαφορετικότητα, δεν μπορεί παρά να ενισχύει την προσήλωσή μας σε μύθους, όπως τους λέτε −εθνικές εμμονές θα τις αποκαλούσα εγώ−, δεν μπορεί παρά να καλλιεργεί τα εθνικά μας συμπλέγματα.

 

Η κρίση θεωρείτε ότι μας άλλαξε προς το καλύτερο ή ο ατομικισμός μας είναι ακόμα ενεργός;

Δεν είναι κατ' ανάγκην κακός ο ατομικισμός, εφόσον σέβεται κάποιους κανόνες του παιχνιδιού. Το πρόβλημα κατά τη διάρκεια της κρίσης είναι ότι διαπιστώσαμε, ο καθένας από τη θέση στην οποία βρίσκεται, ότι δεν υπάρχουν κανόνες παιχνιδιού, ότι μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε ατιμωρητί. Νομίζω ότι εκεί βρίσκεται το πρόβλημα. Και η δυσκολία για τις επόμενες κυβερνήσεις θα είναι να πείσουν ότι υπάρχουν κανόνες και εφαρμόζονται.

 

Ο άκρατος καταναλωτισμός των ετών πριν από την κρίση πού οφειλόταν τελικά;

Το πρότυπο δεν ήταν αποκλειστικά ελληνικό, μόνο που στην Ελλάδα ξεπέρασε κάθε λογικό όριο, δεν ανταποκρινόταν στις πραγματικές δυνατότητες των ιδιωτών. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 - αρχές του '90 άρχισε να μειώνεται η ιδιωτική αποταμίευση, λίγο αργότερα ο καταναλωτισμός τροφοδοτήθηκε από τον εύκολο δανεισμό. Το παράδειγμα προς μίμηση βρισκόταν παντού και το καλλιεργούσαν όλοι οι μηχανισμοί δημιουργίας lifestyle. Η χρηματιστηριακή άνθηση πρώτα και ο χαμηλότοκος δανεισμός στη συνέχεια δημιούργησαν μια έκρηξη της κατανάλωσης που ως έναν βαθμό διευκόλυναν και οι κυβερνήσεις της εποχής, μια και σ' αυτόν στηριζόταν η μεγέθυνση της οικονομίας.

 

Είστε υπέρ της κατάργησης του πανεπιστημιακού ασύλου; Πώς κρίνετε σήμερα την κατάσταση στα ελληνικά πανεπιστημιακά ιδρύματα;

Ναι, ασφαλώς και είμαι υπέρ της κατάργησης του πανεπιστημιακού ασύλου. Αλλά από μόνο του το μέτρο αυτό δεν θα αλλάξει πολλά πράγματα. Χρειάζεται πολλή προσπάθεια και πολλές αλλαγές προκειμένου να μπουν σε έναν δρόμο τα πανεπιστήμια, που θα τα φέρει στο ίδιο επίπεδο με τα ευρωπαϊκά. Και νομίζω ότι βασικό πρόβλημά τους είναι η απουσία κινήτρων αλλά και γενικότερα στοιχειωδών κανόνων τόσο για τους διδάσκοντες όσο και για τους διδασκόμενους.

 

Γιατί έχουμε σταματήσει να σκεφτόμαστε;

Θα διαφωνήσω μαζί σας. Δεν νομίζω ότι σκεφτόμαστε περισσότερο ή λιγότερο, καλύτερα ή χειρότερα σε σχέση με το παρελθόν. Πολύ απλά έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο κοινοποιούμε τις σκέψεις μας, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένας φοβερός «θόρυβος» μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, που δύσκολα επιτρέπει να ακουστούν οι πιο ψύχραιμες απόψεις. Εξάλλου, φοβάμαι ότι σε πολύ μεγάλο βαθμό κανείς δεν αρέσκεται να ακούει απόψεις οι οποίες μπορεί να μην είναι ευχάριστες για τη ζωή του. Οι εύκολες και οι ευχάριστες προτάσεις, ακόμα και αν είναι εκτός πραγματικότητας, θα επικρατήσουν. Αυτό δεν συνέβη στην Ελλάδα;

 

Ποιος είναι τελικά ο «πλούτος της Ελλάδας»;

Ασφαλώς οι άνθρωποί της και ο τρόπος με τον οποίο οργανώνονται για να δραστηριοποιηθούν οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά.

 

Τι σας έχει μάθει η ενασχόλησή σας με την Ιστορία;

Ότι καμιά κοινωνία δεν πήγε μπροστά χωρίς να αντιμετωπίσει τα προβλήματά της κατά πρόσωπο.

 

Τι θωρείτε σημαντικό στη ζωή;

Τη γυναίκα μου.

Νομίζουμε ότι γλιτώσαμε από την καταστροφή

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 23 Ιουνίου 2019


Ο ιστορικός του Πανεπιστημίου Αθηνών μιλάει για το περιβάλλον που δημιούργησε η δεκαετία της ύφεσης και για το μέλλον της χώρας

Συνέντευξη στον Μάρκο Καρασαρίνη.

Ο Κώστας Κωστής δεν θέλει να γίνεται ευχάριστος. Ακόμη και όταν μιλά κανείς με βάση απαράγραπτα δεδομένα, όπως αυτά της ελληνικής οικονομίας τον τελευταίο αιώνα, το θέμα του πρόσφατου βιβλίου του «Ο πλούτος της Ελλάδας», μπορεί να βρει τρόπο να ωραιοποιήσει πράγματα και καταστάσεις, αν το επιθυμεί. Ο 62χρονος καθηγητής Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών δεν το έπραξε στη διάρκεια των πολιτικών και επιστημονικών διενέξεων που χαρακτήρισαν τα χρόνια των μνημονίων. «Αλλά έχουμε, φαίνεται, την απαίτηση οι διανοούμενοι να λένε αυτά που μας αρέσουν. Φοβάμαι ότι στη χώρα αυτή έχουμε χάσει την ιδιότητα να σκεφτόμαστε. Το μόνο που ξέρουμε πια είναι να θυμώνουμε» είναι η συνολική διαπίστωσή του όταν η κουβέντα μας φτάνει στον διάλογο αυτόν. Αν και το βιβλίο του είναι μια πλήρης οικονομική (και, σε πολλά σημεία, και πολιτική) ιστορία της Ελλάδας από το 1912 ως σήμερα, η πραγμάτευση της σύγχρονής μας περιόδου προβάλλει ανάγλυφα μέσα από το κείμενο και η δική μας συνομιλία περιστρέφεται γύρω από αυτό – την παγκοσμιοποίηση, τη δεκαετία της μεγάλης ελληνικής ύφεσης, το μέλλον.

Ο πλούτος της Ελλάδας, για να ξεκινήσω από τον τίτλο του βιβλίου, είναι οι πόροι ή το ανθρώπινο δυναμικό της;

«Πάντοτε ο πλούτος μιας χώρας είναι οι άνθρωποι, ο τρόπος με τον οποίο συνεργάζονται ή δεν συνεργάζονται μεταξύ τους, εκπαιδεύονται ή δεν εκπαιδεύονται, είναι κάτι που ισχύει εξ ορισμού. Από εκεί και πέρα ήθελα περισσότερο να δω κάποια πράγματα σε μακρόχρονη προοπτική και να δείξω ότι πρέπει να σκεφτούμε πως η Ελλάδα είναι ακόμη μια πλούσια χώρα, η οποία για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή της δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί αυτόν τον πλούτο της. Το ζητούμενο είναι να παρακολουθήσει κανείς κάτι που συχνά λησμονούμε: πως μια φτωχή ακόμη χώρα πριν από κάποια χρόνια, της οποίας η πολιτική και οι πολιτικοί απέβλεπαν στο να ξεπεραστεί ακριβώς το φάσμα της φτώχειας, κάποια στιγμή το κατάφερε. Σήμερα, η Ελλάδα, παρά την κατάσταση των τελευταίων ετών, εξακολουθεί να συμπεριλαμβάνεται στις ευημερούσες παγκοσμίως χώρες. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να κρατηθεί εκεί».

Θεωρείτε ότι η ευημερία της μεταπολεμικής περιόδου ήταν «το δημιούργημα ενός κράτους που προσπαθεί να δράσει με τη λογική του “νοικοκύρη”». Αυτή η λογική ήταν εφικτό να διατηρηθεί και μετά την είσοδο στην ΕΟΚ;

«Ηταν, και διατηρήθηκε. Η λογική του Κωνσταντίνου Καραμανλή ήταν η διασφάλιση των ίδιων κανόνων του παιχνιδιού μέσω καταναγκασμών που θα επιβάλει η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, η οποία θα παρείχε τα χρήματα που δεν θα έδιναν πια οι Αμερικανοί. Οι προηγούμενοι κανόνες, οι οποίοι ίσχυαν ως το 1971-1973, το τέλος του Μπρέτον Γουντς και την πετρελαϊκή κρίση, είχαν γίνει σεβαστοί από όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις, ακόμη και από αυτή της χούντας. Βέβαια, ήταν κανόνες ευνοϊκοί για εμάς, ήταν μια παγκοσμιοποίηση που έδινε τη δυνατότητα άσκησης εθνικής πολιτικής. Αυτό παύει να υφίσταται μετά το 1973 – και αυτό το ξεχνάμε».

Τι αλλάζει μετά το 1973;

«Αλλάζουν οι όροι της παγκοσμιοποίησης, δεν υπάρχουν οι περιορισμοί του Μπρέτον Γουντς, η φτηνή ενέργεια. Η παγκοσμιοποίηση, πρέπει να πούμε, έχει δύο πλευρές, τον εκδημοκρατισμό και την οικονομία. Στον εκδημοκρατισμό εμείς τα καταφέραμε πολύ καλά. Είναι θεμελιωμένος γερά, πατά καλά στα πόδια του και αντιμετώπισε τις προκλήσεις των τελευταίων ετών πολύ αποτελεσματικά. Στο πεδίο της οικονομίας επιχειρήσαμε να αποφύγουμε το κόστος της παγκοσμιοποίησης με πολλούς τρόπους. Πολλές επαγγελματικές ομάδες σιγά-σιγά κατέκτησαν τον δημόσιο χώρο, κάτι που έφτασε σε ακραίες καταστάσεις με το ΠαΣοΚ. Ακόμη και σήμερα υφίσταται μια πολύ ιδιόμορφη κατάσταση, όπου σε τελική ανάλυση τα πανεπιστήμια ή η ΔΕΗ υπάρχουν περισσότερο για τους εργαζομένους, παρά για να προσφέρουν, ως όφειλαν, τις υπηρεσίες τους στην κοινωνία».

Πότε συνειδητοποίησαν οι ελληνικές πολιτικές ελίτ το βάθος των ευρύτερων αυτών αλλαγών;

«Με μεγάλη καθυστέρηση, στις αρχές της δεκαετίας του ‘90. Ο Καραμανλής επιχείρησε να εισαγάγει την Ελλάδα στην ΕΟΚ για πολιτικούς λόγους, όχι για οικονομικούς. Ο ίδιος και όσοι τον ακολουθούσαν κοιτούσαν προς το παρελθόν. Οι πολιτικές τους ήταν πολιτικές της δεκαετίας του ‘60 που είχαν πια ξεπεραστεί. Οι χώρες που επιχειρούσαν να προχωρήσουν έμπαιναν τότε στις νέες τεχνολογίες και σε επενδύσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας. Τυπικό παράδειγμα η Νότια Κορέα, η οποία βρισκόταν στο ίδιο με εμάς επίπεδο εισοδηματικά και ξαφνικά, ενώ εμείς ασχολούμαστε με τα ορυκτά, εκείνη επενδύει στις νέες τεχνολογίες. Οταν έρχεται το ΠαΣοΚ, προβάλλει την αντίληψη ότι για όλα φταίνε οι ξένοι – ή αυτό μεταφέρει. Οι πολιτικές ελίτ αντιλαμβάνονται ότι κάτι πρέπει να γίνει όταν η Ελλάδα κινδυνεύει με κατάρρευση, την περίοδο 1989-1991. Επικρατεί τότε μια σπάνια συναίνεση πολιτικών και κοινωνικών ηγεσιών ως προς τη συμμετοχή στη ζώνη του ευρώ – το τραγικό είναι ότι αυτή έπαψε τη στιγμή που μπήκαμε».

Από τα μεγέθη της κρίσης που αναφέρετε κρατώ ως ενδεικτικότερο αριθμό για το τι συνέβη το ποσοστό του ΑΕΠ της χώρας σε σχέση με τον μέσο όρο εκείνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης: 76,1% το 2001, 85,7% το 2009, 62,3% το 2016

«Είναι μια οπισθοχώρηση σε επίπεδα δεκαετίας του 1960. Και σημαίνει ότι αν θέλουμε να παρακολουθήσουμε την ευρωπαϊκή ενοποίηση, πρέπει να τρέξουμε γρήγορα για να προλάβουμε τους υπόλοιπους. Αν η απόσταση μεταξύ μας συνεχίσει να μεγαλώνει, φοβάμαι τελικά ακόμη και για την παραμονή της χώρας στο ευρώ. Δεν έχουμε ακόμη ακριβή επίγνωση του ότι η Ελλάδα υπέστη καταστροφή, νομίζουμε ότι τη γλιτώσαμε. Ενώ θα έπρεπε να σκεφτόμαστε με όρους ανόρθωσης, μιας πολύ δύσκολης μάλιστα ανόρθωσης, που θα μπορούσε να συμβεί με ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις μόνο».

Επισημαίνετε την ανάγκη ξένων επενδύσεων για την εκκίνηση της οικονομίας σε νέες βάσεις. Ωστόσο επικαλείστε συνέντευξη του μέχρι πρότινος επικεφαλής του EuroWorking Group, Τόμας Βίζερ, ο οποίος θεωρεί μεγαλύτερο εμπόδιο όχι τη γραφειοκρατία, αλλά το δικαστικό σύστημα.

«Δείτε τη μεγάλη επένδυση του χρυσού στη Χαλκιδική. Δεν εξετάζουμε αν είναι καλή ή κακή τώρα. Γι’ αυτή την επένδυση, όμως, υπάρχουν τελεσίδικες αποφάσεις του Συμβουλίου Επικρατείας. Παρ’ όλα αυτά, έχει σκαλώσει. Πρόκειται για προβλήματα στο μεταίχμιο δικαιοσύνης και πολιτικής. Ποιος επενδυτής θα αποφασίσει να ρίξει στην Ελλάδα τα πάρα πολλά χρήματα που έχουμε ανάγκη, όταν τέτοιου τύπου προβλήματα δεν λύνονται σύντομα;».

Γράφετε ότι «η ευθύνη χαρακτηρίζει όλο το μεταπολιτευτικό σύστημα, το οποίο προσπάθησε μέσω του δανεισμού να ικανοποιήσει τις φιλοδοξίες των πρωταγωνιστών του για εξουσία χωρίς να προσφύγει σε αντιπαθή μέτρα».

«Κανείς δεν ήθελε να αναλάβει το κόστος. Προτιμούσε να το φορτώσει σε κάποιους άλλους. Πολύ περισσότερο δεν ήθελε να αναλάβει το κόστος μιας λύσης που θα ήταν επώδυνη για τον ίδιο. Υπάρχουν και ειδικότερες ευθύνες όμως. Η Νέα Δημοκρατία έχει ευθύνη για τα όσα λέγονταν στο Ζάππειο I και II. Είναι κρίμα ότι ένα μεγάλο κόμμα την εποχή εκείνη υποστήριξε ότι υπήρχαν λύσεις, που δεν υπήρχαν στην πραγματικότητα, δικαιώνοντας όλες τις ακραίες κομματικές μορφές που δρούσαν τότε. Μια τέτοια στάση νομιμοποίησε και άλλους ισχυρισμούς – ότι οι Αγανακτισμένοι έχουν δίκιο, ότι κάποιοι κοροϊδεύουν τον λαό και ούτω καθεξής. Λύσεις δεν υπήρχαν σε αφθονία, ας μην έχουμε αυταπάτες».

Παρατηρείτε ωστόσο ότι μεταξύ των κρατών της Ευρωπαϊκής Ενωσης υπήρχε «απουσία κανόνων αλληλεγγύης».

«Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ήταν προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει ένα τέτοιο πρόβλημα και όταν αντελήφθη ότι όφειλε να το αντιμετωπίσει, διαφορετικά το κόστος θα ήταν πολύ μεγαλύτερο, δεν ήξερε τι να κάνει. Είναι εμφανές ότι στην αρχή απλώς ενοχοποιούμε οι μεν τους δε και οι μόνοι που έχουν συνείδηση του μεγέθους του ζητήματος είναι οι Αμερικανοί που παρεμβαίνουν και πιέζουν προς όφελός μας. Διαβάζοντας κανείς τα οικεία σημεία του Stress Test, του βιβλίου που έγραψε ο τότε αμερικανός υπουργός Οικονομικών, ο Τίμοθι Γκάιτνερ, κατανοεί ότι εκείνοι αντιλαμβάνονταν πως η περίπτωση της Ελλάδας στη δεδομένη στιγμή μπορούσε να πάει τα πάντα πίσω σε παγκόσμια κλίμακα».

Ως ζωτικά προβλήματα καταμετράτε το συνταξιοδοτικό, την ανεργία, την υψηλή φορολογία, το κλειστό και αυτοαναπαραγόμενο πολιτικό σύστημα. Τι προοιωνίζονται αυτά για το μέλλον;

«Εξακολουθώ να πιστεύω ότι πολύ δύσκολα θα βρούμε λύσεις μέσα από την ίδια την ελληνική πραγματικότητα. Δεν είμαι αισιόδοξος και ευελπιστώ ότι θα προχωρήσει μια ευρωπαϊκή ενοποίηση που θα παρασύρει την Ελλάδα προς ένα καλύτερο μέλλον. Φοβούμαι ότι αν συνεχίσουμε έτσι, δεν θα πάμε πολύ μακριά. Αισθάνομαι ότι η κυβέρνηση που έχουμε ακόμη είναι μια κυβέρνηση που λειτουργεί με τα δεδομένα των δεκαετιών του ‘70 και του ‘80. Είμαι ένας ευρωπαϊστής που ελπίζει πολλά από την Ευρώπη και παρά το γεγονός ότι έχουμε διεθνώς μπει σε περίοδο αποπαγκοσμιοποίησης, όπως επεσήμανε ήδη πριν από δέκα χρόνια ο ιστορικός Χάρολντ Τζέιμς, αν σκεφτεί κανείς μια νέα έξαρση οικονομικών προβλημάτων ή μια ένταση των προβλημάτων της περιοχής, θα ήταν αστείο να σκεφτούμε μια Ελλάδα μόνη της, απομονωμένη σε αυτή την περιοχή του κόσμου. Αντιμετωπίζουμε όμως ένα είδος τριλήμματος: κινδυνεύουμε να έχουμε να επιλέξουμε ανάμεσα στη δημοκρατία, στην οικονομική μεγέθυνση και στη συμμετοχή μας στην παγκοσμιοποίηση, δηλαδή στη ζώνη του ευρώ. Τα επιδιώξαμε και τα τρία, τα θέλαμε και τα τρία, βαδίσαμε από το 1945 ως σήμερα με αυτά ως αξίες και στόχους. Δεν θα ήταν κρίμα το 2021, φέρ’ ειπείν, να πάμε να γιορτάσουμε τα 200 χρόνια από την Επανάσταση φτάνοντας στο σημείο να επιλέγουμε γιατί δεν θα μπορούμε να τα επιτύχουμε ταυτόχρονα;».

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ANDRO

Δημοσιεύτηκε στις 25 Φεβρουαρίου 2019


Μπορείτε να διαβάσετε τη συνέντευξη εδώ

Δυσοίωνο μέλλον

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή της 5-6 Ιανουαρίου 2019


​​Σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης και επιτεινόμενης διεθνούς αβεβαιότητας, οι στόχοι για την Ελλάδα θα έπρεπε να είναι μάλλον αυτονόητοι: προσέλκυση στο εθνικό έδαφος όσο το δυνατόν περισσότερων επενδύσεων υψηλής προστιθέμενης αξίας, δημιουργία ενός εκπαιδευτικού συστήματος που να μπορεί να υποστηρίζει τις επενδύσεις αυτές και, τέλος, μια πολιτική αναδιανομής του εισοδήματος, που δεν θα αποτελούσε βάρος στην παραγωγική δραστηριότητα, μα, συνάμα, θα εξασφάλιζε και ένα στοιχειωδώς αξιοπρεπές επίπεδο διαβιώσεως σε όσους έχουν ανάγκη. Θα μπορούσε, επομένως, κάποιος να υποστηρίξει ότι θα δικαιούμασταν να αισιοδοξούμε για το 2019 εφόσον διαπιστώναμε ότι οι παραπάνω στόχοι έχουν υιοθετηθεί από την κυβέρνηση που θα βρίσκεται στην εξουσία και επιδιώκεται η εφαρμογή των επιμέρους μέτρων που απαιτούνται για την υλοποίησή τους.

Φοβάμαι, ωστόσο, ότι τα δέκα χρόνια που πέρασαν έχουν πείσει τους πάντες ότι τίποτα τέτοιο δεν θα συμβεί. Το πρόβλημά μας δεν αφορά τα πρόσωπα, παρά σε πολύ μικρή έκταση, αλλά γενικότερα ένα πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε το κράτος με τη λογική της λεηλασίας και που έδειξε την αδυναμία του να αυτο-μεταρρυθμιστεί προκειμένου να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των καιρών. Και αυτό, βεβαίως, δεν ισχύει μόνο για την οικονομία αλλά και για την ποιότητα της δημοκρατίας στην Ελλάδα, που επιδεινώνεται με επιταχυνόμενους ρυθμούς. Την ίδια στιγμή, οι ελίτ της χώρας αποδείχθηκαν απρόθυμες ή ανίκανες να προωθήσουν ένα διαφορετικό παράδειγμα για το μέλλον της χώρας.

Η Ελλάδα, έτσι όπως είναι αυτήν τη στιγμή, δεν έχει μέλλον. Μισή μονάδα πάνω ή κάτω στη μεγέθυνση της οικονομίας της μέσα στο 2019 μικρή σημασία θα έχει. Δέκα χρόνια μετά την κρίση εξακολουθούμε να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας και να μην έχουμε λύσει ουσιαστικά κανένα από τα προβλήματα που την κατέστησαν μη ανταγωνιστική διεθνώς. Η χώρα χρειάζεται δραματικές αλλαγές σε όλους τους τομείς για να μπορέσει να σταθεί στο διεθνές περιβάλλον, αλλά και να ανταποκρίνεται στις στοιχειώδεις απαιτήσεις των πολιτών της.

Αντ’ αυτού, εξακολουθεί να βρίσκεται στο έλεος των πολιτικών σκοπιμοτήτων, των ομάδων πίεσης και μιας κουλτούρας του βολέματος και της αναξιοκρατίας, που ενθαρρύνει τον φανατισμό και τον αυταρχισμό.

Ολα αυτά δεν πρόκειται να αλλάξουν το 2019.

Εύχομαι και ελπίζω να πέφτω τελείως έξω στις προβλέψεις μου.

Εξαρτημένοι από θεωρίες εξάρτησης

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 05/06/2017

Εχουν συμβάλει οι ξένες δυνάμεις στον εκσυγχρονισμό της χώρας ή την οδηγούν στην υποτέλεια; Ο τρόπος που τίθεται το ερώτημα προεξοφλεί σε μεγάλο βαθμό την απάντηση, υποδηλώνοντας μία επιμονή στην ανάγνωση της ιστορίας της χώρας μας με ηθικούς και εξαιρετικά απλοϊκούς όρους. Το πραγματικό ζητούμενο είναι να κατανοηθεί ο τρόπος με τον οποίο εντάσσεται η Ελλάδα στο εκάστοτε σύστημα διεθνών σχέσεων και οι λόγοι για τους οποίους οι δανειστές της παρεμβαίνουν στα εσωτερικά της ζητήματα.

Στον βαθμό, επομένως, που αναζητούμε καλούς ή κακούς ξένους, που είτε εκμεταλλεύονται τους (αναγκαστικά πάντοτε καλούς) Ελληνες ή στο πλαίσιο ενός απροσδιόριστου φιλελληνισμού προωθούν τον εκσυγχρονισμό της χώρας, ικανοποιούμε τα εθνικά μας συμπλέγματα και εξυπηρετούμε τις πολιτικές μας σκοπιμότητες. Δεν κερδίζουμε όμως τίποτε ούτε σε γνώση ούτε σε πολιτική αποτελεσματικότητα. Αδυνατούμε δε να παρακολουθήσουμε τη δυναμική της αλλαγής που μας παρασύρει.

Τα σχήματα αυτά βεβαίως δεν είναι αποκλειστικά ελληνικά. Μπορούμε να τα συναντήσουμε σε όλα τα κράτη που βρίσκονται σε θέση αντίστοιχη με αυτήν της Ελλάδας. Κάτι τέτοιο θα έπρεπε να μας βάζει σε σκέψεις όταν υιοθετούμε για τους δανειστές τις αφελείς λογικές της εξάρτησης και της υποτέλειας ή του παράγοντα εκσυγχρονισμού μιας χώρας.

Ολα τα κράτη εντάσσονται σε ένα ιεραρχημένο διεθνές σύστημα, στο πλαίσιο του οποίου επιδιώκουν να βελτιώσουν τη θέση τους. Στη λογική αυτή μπορεί να παρεμβαίνουν στις οικονομίες άλλων χωρών, όπως συμβαίνει στην ελληνική περίπτωση – όχι ανιδιοτελώς, αλλά προκειμένου να εξασφαλίσουν τα δικά τους συμφέροντα. Οι παρεμβάσεις αυτές έχουν ως στόχο να επιβάλουν στις χώρες που βρίσκονται στην ανάγκη να αποδεχθούν τις παρεμβάσεις αυτές, τη συμμόρφωση στους κανόνες του διεθνούς παιγνιδιού. Σε πολλές περιπτώσεις οι παρεμβάσεις των δανειστών μπορεί να έχουν «εκσυγχρονιστικό» χαρακτήρα, καθώς επιτρέπουν στις χώρες να προσαρμόσουν το θεσμικό τους πλαίσιο στα νέα διεθνή δεδομένα, κάτι το οποίο από μόνες τους ενδεχομένως να μην μπορούσαν να πετύχουν.

Αυτό το οποίο πάντως λησμονούμε είναι ότι ο εκσυγχρονισμός –όρος που έχει κακοπάθει και μάλλον δεν είναι ιδιαίτερα ευρετικός στη χρήση του– δεν έχει αποκλειστικά θετικό πολιτικό πρόσημο. Πολύ συχνά έχει και αρνητικό πρόσημο, όπως στην περίπτωση αυταρχικών καθεστώτων που προχωρούν σε θεσμικές μεταρρυθμίσεις στο πλαίσιο της προσαρμογής τους στο μεταβαλλόμενο διεθνές πλαίσιο, οι οποίες εξυπηρετούν αποκλειστικά τη διαιώνιση των καθεστώτων αυτών.

Ολα αυτά δεν είναι πρωτότυπα. Ωστόσο λησμονούνται τόσο στις εγχώριες δημόσιες συζητήσεις, όσο και, πολύ συχνά, στην επιστημονική παραγωγή. Εκείνο δε που φαντάζει ιδιαιτέρως παράδοξο είναι ότι ακόμη και νέοι επιστήμονες επιμένουν και εξακολουθούν να υιοθετούν εργαλεία από τις (πεντηκονταετείς και πλέον) θεωρίες της εξάρτησης. Ισως γιατί έτσι αισθάνονται ότι μπορούν να δικαιολογήσουν τις κομματικές-πολιτικές επιλογές τους και είναι σε θέση να εμφανιστούν όχι ως κάποιοι κοινωνικοί επιστήμονες μεταξύ άλλων, αλλά ως τιμητές όσων θεωρούν αντιπάλους τους.

Επίσης, λησμονούμε πολύ συχνά ότι επιλογές που πραγματοποιούνται σε διεθνή κλίμακα και οι οποίες λίγο ή πολύ επιβάλλονται σε μέλη του συστήματος, δεν είναι πανάκεια για την ομαλή λειτουργία του. Παρατηρούνται πολύ συχνά και αποτυχίες. Ισως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η απέλπιδα προσπάθεια της Αγγλίας να επιστρέψει στον χρυσό κανόνα κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, χωρίς να υφίστανται οι απαραίτητες προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Το σύστημα δεν μπόρεσε να επιβιώσει επί μακρόν, παρασέρνοντας και τις χώρες που είχαν συνδεθεί με τη λίρα, μεταξύ αυτών και την Ελλάδα.

Τα κοντά διακόσια χρόνια της ιστορίας του ελληνικού κράτους πείθουν πως οι απλοϊκές αναγνώσεις δεν μας βοηθούν να καταλάβουμε πότε η Ελλάδα μπόρεσε να επωφεληθεί από το διεθνές περιβάλλον της. Αντιθέτως, αν προσπαθούσαμε να κατανοήσουμε το τι διακυβεύεται στο παγκόσμιο σύστημα τις τελευταίες δεκαετίες, θα καταλαβαίναμε γιατί βρισκόμαστε σε μία οικτρή θέση σήμερα, και γιατί η λογική των καλών και κακών ξένων δεν αποτελεί παρά μια προσπάθεια να συγκαλυφθούν οι τραγικές πολιτικές ευθύνες που υπάρχουν.

Περί Ιστορίας, Ιστορικών και άλλων Διανοουμένων...

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 20/12/2015

Η κρίση τελικά έχει απροσδόκητες συνέπειες στη συμπεριφορά μας, ατομική αλλά και συλλογική. Ας πάρουμε για παράδειγμα τους διανοούμενους. Μέχρι πρόσφατα παρουσιάζονταν λαλίστατοι, δραστήριοι σε όσες περιπτώσεις αισθάνονταν ότι παραβιάζονταν βασικές αρχές και δικαιώματα, ανθρώπινα, δημοκρατικά, επιστημονικά: συνέτασσαν κείμενα διαμαρτυρίας, φρόντιζαν να συλλέξουν υπογραφές, δημοσίευαν ψηφίσματα. Και καλά έκαναν…

Αισθάνομαι λοιπόν μάλλον αμήχανα βλέποντας συναδέλφους μου που δεν σηκώνουν (ή έστω σήκωναν) μύγα στο σπαθί τους στα θέματα αυτά, να σιωπούν, μάλλον επιδεικτικά στην υπόθεση Richter.

Δεν γνωρίζω προσωπικά τον Heinz Richter και έχω διαβάσει μόνο ορισμένα από τα δημοσιεύματα του. Θα προσθέσω ότι το στυλ ιστοριογραφίας που ασπάζεται δεν με συνεπαίρνει, αλλά δεν μπορώ παρά να θαυμάσω το μέγεθος και τη συνέπεια του έργου του, ένα έργο με πολύ αφοσίωση τόσο στο αντικείμενό του, την ιστορία, όσο και στην Ελλάδα. Πιστεύω δε ειλικρινά ότι ορθά έχει πράξει το ελληνικό κράτος και τον παρασημοφόρησε στο παρελθόν, όπως ορθά έπραξε το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης που τον ανακήρυξε επίτιμο διδάκτορα.

Θα υποστηρίξω επίσης ότι είναι δικαίωμα του καθενός, εφόσον πιστεύει ότι διαπράττεται αδίκημα να προσφεύγει στη δικαιοσύνη.

Πιστεύω όμως, ακόμη, ότι οι έλληνες ιστορικοί, αλλά και γενικότερα οι κοινωνικοί επιστήμονες και γιατί όχι οι διανοούμενοι της χώρας, εφόσον θέλουν να σέβονται τον εαυτό τους και να τους σέβονται και οι άλλοι, θα έπρεπε να είχαν διακηρύξει την αντίθεσή τους στην παραπομπή σε δίκη του Heinz Richter με τον λεγόμενο αντιρατσιστικό νόμο. Φαντάζομαι, για παράδειγμα, ότι η «επιτροπή σοφών» για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, στο σύνολό της αλλά και τα μέλη της, θα συμπεριλαμβάνει στις αρχές και αξίες επί των οποίων θα συγκροτήσει τις προτάσεις της και τη δυνατότητα του κάθε συγγραφέα να διατυπώνει τις απόψεις του και να κρίνεται με βάση τα κριτήρια της τέχνης του, και όχι με βάση τις απόψεις ενός εισαγγελέα, ενός στρατηγού και ενός βουλευτή. Είναι το λιγότερο που θα περίμενε κανείς. Νομίζω όμως πώς μόνο ένας ή δύο μέλη της «επιτροπής» αντέδρασαν στο θέμα Richter. Αλλά και τα Τμήματα Ιστορίας ανά την Ελλάδα, με ελάχιστες λαμπρές, και μία κακομοίρικη, εξαιρέσεις, φαίνεται να αποδέχονται ότι η δουλειά του ιστορικού αποτελεί αντικείμενο δικαστικής διαμάχης, εφόσον δεν αντιδρούν σε αυτό που συμβαίνει.

Περιορίζομαι στους ιστορικούς αλλά το ζήτημα αφορά ολόκληρη την ακαδημαϊκή κοινότητα, η οποία δείχνει ελάχιστη ευαισθησία σε αυτό το θέμα. Γιατί τα πανεπιστήμια δεν αντέδρασαν παρά σε πολύ μικρή έκταση και συχνά υποτονικά. Ελάχιστος θόρυβος γίνεται γύρω από το θέμα αυτό που μας μειώνει ως επιστημονική κοινότητα, αλλά και ως χώρα. Αλλά μας μειώνει ακόμη περισσότερο το γεγονός ότι οι άμεσα ενδιαφερόμενοι αποδέχονται, κατά πλειοψηφία και σιωπηρά, μία πρακτική η οποία αφορά άμεσα και τους ίδιους. Να θυμηθώ το πώς αντέδρασαν οι ιστορικοί με την υπόθεση του «συνωστισμού»; Όχι καλύτερα, γιατί η αντιπαραβολή των δύο παραδειγμάτων δεν μας κολακεύει. Να θυμηθώ άλλα ανάλογα παραδείγματα; Πάλι όχι… Να θυμηθώ ότι πολλοί υπέγραψαν κατά του αντιρατσιστικού νόμου, ενώ τώρα σιωπούν; Να θυμηθώ εκείνους που διερρήγνυαν τα ιμάτια τους και ζητούσαν νέα Ε.Α.Μ. εναντίον των πολιτικών λιτότητας, πράγμα που ήταν αναμφισβήτητο δικαίωμά τους, ενώ τώρα που η ελευθερία του λόγου τους τίθεται υπό αμφισβήτηση σιωπούν. Ξανά όχι, γιατί θλίβομαι. Ούτε θα θυμηθώ τους διάφορους συλλόγους και επιστημονικές εταιρείες που έχουν ως στόχο την προαγωγή της ιστορίας. Ποιος είπε ότι η κοινωνία των πολιτών στην Ελλάδα είναι σοβαρή, όταν δεν διεκδικεί τα συμφέροντά της;

Φαίνεται λοιπόν ότι κάτι έχει συμβεί. Και ελπίζω να μην είναι αλλοίωση συνειδήσεων, τέτοια που οδηγεί ανθρώπους που έχουν υποφέρει για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους να σιωπούν τώρα και να είναι διατεθειμένοι να αποδεχθούν τα πάντα, ακόμη και εκείνα που αντίκεινται στις στοιχειώδεις ανάγκες και δικαιώματα άσκησης της δουλειάς τους.

Το Αλουμίνιον της Ελλάδος

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 2/7/2015.

Το Αλουμίνιον Α.Ε., διάδοχος επιχείρηση του Αλουμινίου της Ελλάδος Α.Ε., εξακολουθεί και είναι μία από τις λίγες ελληνικές επιχειρήσεις που δημιουργήθηκαν κατά την ένδοξη για την ελληνική μεταποίηση δεκαετία του 1960 και που συνεχίζει να παράγει και να διατηρεί την ανταγωνιστικότητά του σε μία σκληρή και εν πολλοίς απρόβλεπτη διεθνή αγορά. Ενα μέρος της μακρόχρονης επιτυχίας του οφείλεται σε μία ιδιαιτερότητα: αποτελεί μιαν από τις σπάνιες περιπτώσεις σε διεθνές επίπεδο πλήρους καθετοποιημένης επιχείρησης βωξίτη –αλουμίνας– αλουμινίου, με ισχυρότατη εξαγωγική επίδοση και τεχνικές επιδόσεις που, ακόμη και σήμερα, θα τις ζήλευαν πολλές κατά πολύ νεότερες επιχειρήσεις του κλάδου. Αυτό είναι ένα βασικό στοιχείο που εξηγεί την επιβίωσή του τη στιγμή που επιβαρυνόταν με υψηλότερο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας σε σύγκριση με τους Ευρωπαίους ανταγωνιστές του.

Το σημαντικότερο μεταποιητικό εγχείρημα της εποχής

Η απόφαση για τη δημιουργία του Αλουμινίου της Ελλάδος ήταν πέρα από οτιδήποτε άλλο μία πολιτική απόφαση. Για την κυβέρνηση του Κων. Καραμανλή, η ίδρυση ενός εργοστασίου αλουμινίου εντασσόταν στην πολιτική της για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και ανταποκρινόταν σε μία αντίληψη για το κράτος ως μηχανισμό που εξασφαλίζει τα ιδιωτικά συμφέροντα και δίνει κίνητρα για την αξιοποίηση των ελληνικών και ξένων κεφαλαίων. Στο οικονομικό πεδίο, η ίδρυση του Αλουμινίου της Ελλάδος αντιπροσώπευε τη λογική της αξιοποίησης των φυσικών πόρων της χώρας, μια λογική που συμμερίζονταν όλες οι πολιτικές παρατάξεις της εποχής, αλλά που στις απλοϊκές εκφάνσεις της κατά τη δεκαετία του 1960 πολύ δύσκολα μπορούσε να εξασφαλίσει το ζητούμενο, δηλαδή την ανάπτυξη. Η προσφυγή στο ξένο κεφάλαιο, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση στο γαλλικό, προσέφερε την πρόσβαση σε μία υψηλή τεχνολογία που ήταν εκτός των δυνατοτήτων της ελληνικής πραγματικότητας. Τέλος, η δημιουργία του Αλουμινίου της Ελλάδος αποτελούσε τη βασική προϋπόθεση για την ενοποίηση και ανάπτυξη της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα, όρο απαράβατο για την εκβιομηχάνιση της χώρας, μέσω της δημιουργίας και ενίσχυσης ενός κρατικού μονοπωλίου, της ΔΕΗ.

Το ενδιαφέρον στην υπόθεση αυτή είναι ότι ο βολονταρισμός ή με τους όρους του Ευ. Χατζηβασιλείου, ριζοσπαστισμός του Κων. Καραμανλή και των υπουργών του, οδήγησαν στην απόφαση για τη δημιουργία μιας μονάδας αλουμινίου, αποφεύγοντας την παγίδα ικανοποίησης των φιλοδοξιών εκβιομηχάνισης της χώρας μέσω της κατασκευής μιας μονάδας αλουμίνας, όπως θα μπορούσε να είχε συμβεί και όπως είχε επανειλημμένως προταθεί στην ελληνική κυβέρνηση, δεδομένης της ανεπάρκειας αλλά και του υψηλού κόστους της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι στις χώρες όπου επιδιώκοντας την ανάπτυξή τους μέσω της αξιοποίησης των εγχώριων φυσικών πόρων, κατασκευάστηκε μόνο μονάδα αλουμίνας, τα αποτελέσματα για την ανάπτυξη της οικονομίας ήσαν απογοητευτικά έως περιορισμένα.

Η φυγή λοιπόν προς τα εμπρός που επιλέγει η κυβέρνηση Κων. Καραμανλή στα τέλη της δεκαετίας του 1950 μπορεί να μην ήταν με αυστηρά οικονομικούς όρους δικαιολογημένη, αλλά τα αποτελέσματα ήσαν μάλλον εντυπωσιακά, εφόσον στη βάση αυτής της λογικής μετασχηματίστηκε η μεταπολεμική ελληνική οικονομία. Το Αλουμίνιον της Ελλάδος Α.Ε. υπήρξε το σημαντικότερο μάλλον μεταποιητικό εγχείρημα της εποχής και ενδεχομένως το καλύτερο δείγμα του πώς αντιλαμβάνονταν οι πολιτικοί της εποχής την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και την πολιτική που θα έπρεπε να ακολουθήσουν. Πιο ειδικά για τις κυβερνήσεις του Κων. Καραμανλή, η επιδότηση της τιμής την οποία κατέβαλλε για το ηλεκτρικό ρεύμα το Αλουμίνιον της Ελλάδος αντιπροσώπευε το κόστος που έπρεπε να πληρώσει η Ελλάδα για τον εκσυγχρονισμό της και για τη δημιουργία βαριάς βιομηχανίας, για τη μετατροπή της τέλος, σε μία ανεπτυγμένη οικονομία, έστω και με τις αδυναμίες της.

Εντονη κριτική για την επένδυση που δόθηκε στους «ξένους»

Στην επένδυση του αλουμινίου και στην κυβέρνηση Καραμανλή προσήφθη τότε ότι προσέφερε πάρα πολλά για να πάρει πολύ λίγα. Εως ένα βαθμό αυτό είναι σωστό, αλλά θα πρέπει να λάβει κανείς υπόψη του ότι τα διαπραγματευτικά περιθώρια που διέθετε η κυβέρνηση αρχικά ήταν πολύ περιορισμένα. Προϊόντος του χρόνου και όσο η ξένη επενδυτική δραστηριότητα εδραιωνόταν στην Ελλάδα, οι ελληνικές κυβερνήσεις ήσαν σε θέση να διεκδικήσουν και να πάρουν περισσότερα από τους ξένους επενδυτές, συμπεριλαμβανομένης και της Pechiney. Στο κάτω κάτω όλο το πρόβλημα βρισκόταν στη λέξη «ξένους», μιας και όλη η κριτική που ασκήθηκε στην επένδυση του αλουμινίου είχε να κάνει με το γεγονός ότι την επένδυση την πραγματοποιούσαν ξένοι και ότι, σύμφωνα με αυτήν, τα οφέλη δεν θα έμεναν στην Ελλάδα. Ετσι, η πριμοδότηση της τιμής του ρεύματος από μέρους του ελληνικού κράτους ήταν το σύμβολο της «στυγνής» εκμετάλλευσης που γνώριζε η ελληνική οικονομία από το ξένο κεφάλαιο. Υπογράμμιζε στη λογική εκείνων που ήσαν αντίθετοι με την επένδυση της Pechiney, και που συχνά ήσαν καθ’ όλα σοβαροί πολιτικοί και επιστήμονες, τους λόγους για τους οποίους η ελληνική οικονομία δεν μπόρεσε ποτέ να αναπτυχθεί σύμφωνα με τις δυνατότητές της, ή με ό,τι πίστευαν ότι ήσαν οι δυνατότητές της.

Ελεγε λοιπόν ο Ανδρέας Παπανδρέου, την εποχή που διεκδικούσε την εξουσία, «Επιχειρήσεις όπως είναι λ.χ. η Πεσινέ έχουν πάρα πολύ λίγα προσφέρει στην οικονομία της χώρας. Αντίθετα έχουν κυριολεκτικά κερδοσκοπήσει σε βάρος του ελληνικού Δημοσίου με τους απίθανους όρους κάτω από τους οποίους έχουν λειτουργήσει. Η επιδότηση π.χ. του ηλεκτρικού ρεύματος είναι σκανδαλώδης. Αν λογαριάσει κανείς στη ζωή της Πεσινέ έως τώρα ποια είναι η κρατική επιδότηση θα καταλήξει σε αριθμούς φανταστικούς! Ο ορυκτός πλούτος ανήκει σε ολόκληρο τον λαό». Ολα αυτά λέγονταν από τον αρχηγό ενός κόμματος, το οποίο όταν ανέλαβε την εξουσία είχε ως πάγιο στοιχείο της πολιτικής του την κρατική επιδότηση της βιομηχανίας. Ουδέποτε βεβαίως δόθηκαν κάποια στοιχεία για τους «φανταστικούς αριθμούς», αλλά στον λαϊκισμό του ΠΑΣΟΚ της πρώιμης εποχής η εκμετάλλευση της Ελλάδας από τους ξένους έπαιζε έναν κυρίαρχο ρόλο στη συνθηματολογία του και βεβαίως είχε πολύ μεγάλη απήχηση.

Ευρύτερα αποτελέσματα

Αν όμως επιμείνει κανείς στα θεμέλια της κριτικής που ασκήθηκε στην επένδυση του αλουμινίου, δηλαδή στην εξαγωγή κεφαλαίων και κερδών εκ μέρους του Αλουμινίου της Ελλάδος προς τον μητρικό όμιλο και παρά τα όσα έχουν γραφτεί, δεν θα μπορούσε να προβεί σε εντυπωσιακές διαπιστώσεις που να θεμελιώνουν τις όποιες ενστάσεις έχουν προβληθεί. Αν δε κανείς διευρύνει τον ορίζοντα ως προς τη γενικότερη παρουσία και επίδραση που άσκησε το Αλουμίνιο της Ελλάδος Α.Ε. στην ελληνική οικονομία, τότε η λογική αυτή αποδεικνύεται σε πολύ μεγάλο βαθμό εσφαλμένη εφόσον παραγνώριζε τα ευρύτερα αποτελέσματα που είχε η δημιουργία του εργοστασίου του Αγίου Νικολάου με κυρίαρχη τη δημιουργία και ανάπτυξη της βιομηχανίας μετασχηματισμού αλουμινίου. Οχι λιγότερο σημαντικό ήταν το θέμα της εισαγωγής τεχνολογίας και εξοικείωσης με αυτήν μεγάλου αριθμού Ελλήνων μηχανικών και τεχνικών. Θα μπορούσε να προσθέσει κανείς πολλές άλλες παράπλευρες συνέπειες της δημιουργίας του Αλουμινίου της Ελλάδος, με σημαντικότερη ίσως τη συμμετοχή του στην ανάπτυξη της ελληνικής ενεργειακής οικονομίας, κάτι που συνήθως παραβλέπεται: η κατασκευή των φραγμάτων του Αχελώου και η εξαγορά της Ηλεκτρικής Εταιρείας Αθηνών που ελεγχόταν από αγγλικά συμφέροντα θα ήταν αδύνατες χωρίς την επένδυση του αλουμινίου, ή τουλάχιστον θα είχαν καθυστερήσει για πολλά χρόνια ακόμη. Οι συνέπειες, τέλος, για την περιφερειακή ανάπτυξη δεν μπορούν να παραγνωρισθούν.

Αδυναμία σχεδιασμού πολιτικής για τη βιομηχανία

Η σύμβαση για την επένδυση του αλουμινίου υπογράφτηκε το 1960, το εργοστάσιο άρχισε να λειτουργεί το 1966 και μέχρι το 1974, το Αλουμίνιον της Ελλάδος Α.Ε. έχει αναδειχθεί σε μία από τις κορυφαίες βιομηχανίες που δημιούργησαν το ελληνικό οικονομικό «θαύμα». Από τη χρονιά αυτή και μετά, κυρίως δε από το 1990 έχει κανείς την αίσθηση ότι το Αλουμίνιον της Ελλάδος είναι ένα σκάφος που πλέει μόνο του, τη στιγμή που η ελληνική μεταποίηση δείχνει να βουλιάζει. Το γεγονός ότι ανήκε σε έναν πολυεθνικό όμιλο ασφαλώς το διασώζει από τις πιέσεις που θα δεχόταν αν λειτουργούσε σε ένα αμιγώς ελληνικό περιβάλλον.

Βλέποντας δε εκ των υστέρων την αντίθεσή του με τη ΔΕΗ και το ελληνικό κράτος κυρίως κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, εκείνο που θα μπορούσε κανείς να συγκρατήσει δεν είναι η διένεξη για την πληρωμή υψηλότερων τιμών για την ενέργεια που πωλείται στην επιχείρηση. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να θεωρηθεί δικαιολογημένο και μέσα στο πλαίσιο των κανόνων του παιγνιδιού. Αντιθέτως, εκείνο που δεν παύει να εντυπωσιάζει είναι η αδυναμία του ελληνικού κράτους και κατ’ επέκταση της ΔΕΗ να συλλάβει και να σχεδιάσει μία πολιτική για τη βιομηχανία και γενικότερα για την οικονομία, η οποία θα ξέφευγε από τους στενούς ορίζοντες της αξιοποίησης του φυσικού πλούτου της χώρας και την πρακτική ενός οικονομικού εθνικισμού με ιδιοτελή κριτήρια. Μια πολιτική δηλαδή που θα δημιουργούσε τις δυνατότητες για μία ανταγωνιστική βιομηχανία υψηλής προστιθέμενης αξίας. Το βήμα αυτό δεν έγινε ποτέ. Δεν υπήρξε καν η σκέψη για κάτι τέτοιο και από τη δεκαετία του 1990 η λογική για την αναγκαιότητα της βιομηχανίας ως μοχλού ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας ή έστω ως απαραίτητου συστατικού της, καταρρέει σαν να μην υπήρξε ποτέ. Στα χρόνια που ακολούθησαν τη μεταπολίτευση, η ελληνική βιομηχανία κλήθηκε να καταβάλει το τίμημα της ικανοποίησης των «μεγάλων προσδοκιών». Ισως να μην είναι συμπτωματικό ότι σήμερα, στις συνθήκες οξύτατης κρίσης, και με αμφίβολο το μέλλον των υπολειμμάτων της ελληνικής μεταποίησης, ακούγονται οι ίδιες φωνές που από τη δεκαετία του 1940 και μετά θεωρούσαν ικανή και αναγκαία συνθήκη για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας την αξιοποίηση του φυσικού πλούτου της χώρας. Είναι αργά όμως πλέον.

Πόλεμοι Φθοράς

Δημοσιεύθηκε στην Huffington Post-Greece στις 20/7/2015.

στις 20/7/2015. Οι καταστάσεις που ζούμε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα δεν είναι πρωτόγνωρες. Μπορούμε να τις συναντήσουμε και σε πολλές άλλες χώρες, θα μπορούσα πολύ γρήγορα να αναφέρω το παράδειγμα των πρώην σοσιαλιστικών χωρών, χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας, της Λατινικής Αμερικής και της ΝΑ Ασίας. Μπορούμε όμως να τις συναντήσουμε και στην Ελλάδα στο παρελθόν και μάλιστα αρκετές φορές. Ενδεικτικά αναφέρω τα τέλη του 19ου αιώνα, τη δεκαετία του 1920 αλλά και την περίοδο της ανασυγκρότησης.

Όμως ποιο είναι το κοινό χαρακτηριστικό των περιπτώσεων αυτών; Καλό θα ήταν να μην κάνουμε λόγο για κρίσεις, όρος που στο τρέχον λεξιλόγιο είναι εξαιρετικά ασαφής, αλλά για προσπάθειες σταθεροποίησης της οικονομίας.

Πιο ειδικά, πολύ συχνά διάφορες χώρες, η Ελλάδα μεταξύ αυτών, ακολουθούν πολιτικές που είναι σαφές και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ως προς το σημείο αυτό, ότι δεν είναι βιώσιμες μακροχρόνια. Για παράδειγμα, πολιτικές μεγάλων ελλειμμάτων που συνεπάγονται εκρηκτική αύξηση του δημοσίου χρέους συνεχίζονται, παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι τέτοια ελλείμματα αργά ή γρήγορα θα πρέπει να εξαλειφθούν. Ας πάρω το ελληνικό παράδειγμα: για τον Υπουργό των Οικονομικών του Χαρίλαου Τρικούπη, Ανάργυρο Σιμόπουλο, η Ελλάδα βρισκόταν σε πτώχευση ήδη από το 1882, και όμως ο δανεισμός εξακολούθησε μέχρι το 1893, οπότε ήλθε η πτώχευση.

Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι γιατί οι χώρες αυτές δεν προχωρούν σε μία σταθεροποίηση αμέσως μόλις γίνεται φανερό ότι οι πολιτικές που εφαρμόζονται δεν είναι δυνατόν να εξακολουθήσουν και ότι αλλαγή στην πολιτική θα επέλθει έτσι και αλλιώς κάποια στιγμή. Και μάλιστα όσο καθυστερεί η σταθεροποίηση της οικονομίας τόσο υψηλότερο θα είναι το κόστος που θα καταβληθεί για αυτήν. Υπάρχουν πολλές εξηγήσεις για μια τέτοια στάση. Άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο πειστικές. Περιορίζομαι να αναφερθώ σε εκείνην που θεωρώ ως την πιο πειστική. Η εξήγηση αυτή περιστρέφεται γύρω από την κατανόηση της διαδικασίας που οδηγεί στην σταθεροποίηση ως ενός αγώνα φθοράς μεταξύ διαφόρων κοινωνικό-οικονομικών ομάδων με αντιτιθέμενους διανεμητικούς στόχους. Ο όρος αγώνας φθοράς προέρχεται από τη βιολογία. Η σταθεροποίηση επέρχεται όταν μία πολιτική εδραίωση - παγιοποίηση οδηγεί σε λύση τη διανεμητική σύγκρουση.

Πιο ειδικά σε περιπτώσεις όπως αυτές που περιέγραψα και όπως αυτή που ζούμε υπάρχει μία πολιτική συμφωνία για την ανάγκη δημοσιονομικής αλλαγής, αλλά συνάμα και πολιτικό αδιέξοδο για το πώς το βάρος των υψηλότερων φόρων ή της περικοπής των δαπανών θα κατανεμηθεί. Και από τη σημερινή πραγματικότητα γίνεται εύκολα φανερό ότι η πολιτική αντιπαράθεση για τη σταθεροποίηση έχει ως κεντρική μεταβλητή το ζήτημα της διανομής.

Όταν η σταθεροποίηση επέρχεται, συμπίπτει με μία πολιτική σταθεροποίηση. Συχνά η μία από τις εμπλεκόμενες πλευρές καθίσταται πολιτικά κυρίαρχη. Το βάρος της σταθεροποίησης είναι συχνά πολύ άνισο με τις ομάδες που είναι πολιτικά πιο αδύναμες να υφίστανται και τη μεγαλύτερη επιβάρυνση. Συχνά αυτό σημαίνει και τις φτωχότερες ομάδες. Με τους όρους που ετέθησαν προηγουμένως για να συμβεί η σταθεροποίηση θα πρέπει να υπάρξουν παραχωρήσεις από τη μία εκ των εμπλεκομένων πλευρών και αυτό θα συμβεί όταν η εξακολούθηση της αντιπαράθεσης θα έχει ένα κόστος. Αλλά και ταυτόχρονα το όφελος της άλλης πλευράς θα είναι μεγαλύτερο από το κόστος αυτό.

Πριν από την επιτυχία μιας σταθεροποίησης έχουν προηγηθεί συχνά πολλές αποτυχημένες προσπάθειες και συχνά ένα ή και περισσότερα αποτυχημένα προγράμματα. Συχνά μάλιστα ένα αποτυχημένο πρόγραμμα δείχνει να είναι το ίδιο με ένα επιτυχημένο. Εξάλλου θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι είναι διαφορετική μία πολιτική σταθεροποίησης των μακροοικονομικών μεγεθών της οικονομίας, που σημαίνει αυξήσεις φόρων και μειώσεις δαπανών, από μία πολιτική δομικών αλλαγών με απελευθέρωση των αγορών. Η δεύτερη διαδικασία είναι πολύ πιο σκληρή όσον αφορά αυτό που προηγουμένως ανέφερα ως πόλεμο φθοράς από την πρώτη. Στη μεν πρώτη μειώνονται οι σχετικές αναλογίες των εισοδημάτων στο Α.Ε.Π., στη δεύτερη αμφισβητείται η ύπαρξη ολόκληρων κοινωνικών και οικονομικών ομάδων.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, το ερώτημα που τίθεται άμεσα είναι πώς μπαίνει η μεταβλητή που ονομάζουμε ξένος και τι συνέπειες έχει. Είναι προφανές ότι κάθε μία από τις κρίσεις έχει τη δική της ιδιαίτερη φυσιογνωμία που οφείλεται τόσο στην εγχώρια οικονομική και πολιτική κατάσταση, όσο και στη διεθνή συγκυρία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η παρέμβαση του ξένου γίνεται μόνο στην έκταση που επιδιώκεται η εξασφάλιση των δικών του συγκεκριμένων συμφερόντων και προτεραιοτήτων. Τι είναι εκείνο που πετυχαίνει; Στην πραγματικότητα επιβάλλει μία πολιτική σταθεροποίηση, η οποία με τη σειρά της καθιστά εφικτή τη μεταρρυθμιστική προσπάθεια. Με άλλα λόγια ελαχιστοποιεί το κόστος για τις πολιτικές ομάδες που θα πρέπει να λάβουν αποφάσεις καθώς αυτές επιμερίζονται, ενώ η συμμετοχή τους σε αυτές παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα της απαίτησης ενός τρίτου εξωτερικού παίκτη, πράγμα πολύ βολικό για τους εγχώριους παίκτες. Με διαφορετικά λόγια η παρέμβαση των ξένων, του διεθνούς παράγοντα με άλλα λόγια, ενισχύει μία από τις πλευρές που συμμετέχουν στον πόλεμο φθοράς, καθιστώντας σαφές στις υπόλοιπες ότι το κόστος για αυτές από την εξακολούθηση της αντιπαράθεσης θα είναι μεγάλο και ο μακροχρόνιος αγώνας μάταιος.

Το γεγονός ότι η πραγματικότητα που ζούμε σήμερα μπορεί να ενταχθεί σε ένα γενικότερο σχήμα, που το έχει ξαναζήσει η Ελλάδα, αλλά και άλλες χώρες, δεν φαντάζομαι ότι μπορεί να μας παρηγορήσει. Μπορεί όμως να μας βοηθήσει να απομυθοποιήσουμε τον πολιτικό λόγο του «ηρωισμού και της αξιοπρέπειας» και να τον φέρουμε στις πραγματικές του διαστάσεις.

Και όμως είναι απόλυτα ειλικρινείς…

Δημοσιεύτηκε στη εφημερίδα Καθημερινή στις 09/07/2015

Νομίζω ότι το μεγάλο λάθος όσων ήσαν αντίθετοι με τον Σύριζα ήταν ότι δεν τον πήραν στα σοβαρά, δεν άκουσαν όλα όσα έλεγαν τα στελέχη του, ο ίδιος ο αρχηγός του, αλλά και το κόμμα σε συλλογικό επίπεδο. Πιστεύαμε όλοι ότι δεν ήταν παρά λόγια του αέρα, υποσχέσεις ή εντυπωσιασμοί που, όταν θα βρεθούν αντιμέτωπα με την πραγματικότητα, θα σκάσουν σαν φούσκα. Θα προσαρμοστούν στην πραγματικότητα, σκεφτόμαστε, θα αλλάξουν πορεία, δεν γίνεται, και τελικά θα μπουν στο παιγνίδι με τους ίδιους όρους με τους οποίους παίζουν και οι υπόλοιποι. Τελικά, τα πράγματα δεν ήταν έτσι, και το αποτέλεσμα ήταν ότι οδήγησαν την οικονομία στην καταστροφή, γιατί και μόνο οι κλειστές τράπεζες είναι καταστροφή. Αλλά το είχαν δηλώσει ήδη, όπως και τώρα δηλώνουν ότι δεν θα αλλάξουν ρότα.

Επιμένω, λοιπόν, ότι οι άνθρωποι μας είχαν προειδοποιήσει, μόνο που δεν δώσαμε σημασία, πιστεύοντας ότι ήταν μεγάλα λόγια. Ο ιδεολογικός μπροστάρης του Σύριζα, ο αγλαός Φλαμπουράρης, σε μια συνέντευξη που είχε δώσει στην Καθημερινή, είχε πει πολλά πράγματα. Συγκρατήσαμε και γελάσαμε με την ανοησία του, ότι το χρέος είναι αέρας, αλλά ο Φλαμπουράρης είπε και άλλα. Και δεν δίστασε να πει ότι ο εχθρός είναι ο καπιταλισμός. Για να σκεφτούμε, όμως, ότι ο αγλαός Φλαμπουράρης είναι υπουργός μιας κυβέρνησης ενός καπιταλιστικού –με όλες τις ιδιαιτερότητες της περίπτωσης– κράτους και ας αναρωτηθούμε πώς είναι δυνατόν να εργάζεται για το καλό της χώρας αυτής. Ο άνθρωπος, επομένως, δεν ήταν μόνο γραφικός, ήταν και ειλικρινής, αλλά και επικίνδυνος.

Αλλά και ο νυν υπουργός Οικονομικών, ο κομψός Τσακαλώτος, αντιμετωπίστηκε με πολλή συμπάθεια όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του, προφανώς γιατί το μέτρο σύγκρισης ήταν πολύ χαμηλά. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να λησμονούμε ότι τον τελευταίο καιρό αυτός ήταν ο υπεύθυνος της διαπραγμάτευσης και, ουσιαστικά, αυτός οδήγησε τη χώρα στο σημείο που βρίσκεται σήμερα, εξαιτίας του οι τράπεζες είναι κλειστές. Και έτσι, υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να πάρουν ούτε «τη σύνταξη των 500 ευρώ, με την οποία συντηρούν μια ολόκληρη οικογένεια», αλλά μόνο 120 ευρώ. Δεν ξέρω τι μπορούν να συντηρήσουν με το ποσό αυτό, αλλά σίγουρα είναι έργο Τσακαλώτου, μόνο που από σεμνότητα, φαντάζομαι, δεν το ομολογεί. Και ο ίδιος, βεβαίως, στην ομιλία του κατά την παράδοση-παραλαβή του υπουργείου, έδωσε τα εύσημα στον προκάτοχό του, υποστηρίζοντας ότι «σε αυτό το σημείο δεν θα είχαμε φτάσει χωρίς τον Γιάνη Βαρουφάκη». Αλλά, τουλάχιστον, μας καθησύχασε λέγοντας ότι «ελπίζει ότι θα μπορέσει να συνεχίσει αυτό το έργο».

Τι είναι εκείνο, λοιπόν, που μας κάνει να πιστεύουμε ότι θα ξεφύγουμε από την ολική καταστροφή και την έξοδο από το ευρώ. Οποιος πει ότι μας εξαπάτησαν θα έχει άδικο. Πολύ ειλικρινά, ο Τσακαλώτος δήλωσε ότι η πορεία προς το χάος θα συνεχιστεί, οπότε ας μην τον αδικούμε όταν εμφανίστηκε χωρίς ουσιαστικές προτάσεις στο Eurogroup. Παραμένει συνεπής με τον εαυτό του. Ποτέ δεν έκρυψε ότι η Ευρώπη δεν είναι του γούστου του και ότι δεν είναι διατεθειμένος να δουλέψει για αυτή την Ευρώπη.

Επομένως, αν νομίζουμε ότι θα αλλάξει κάτι στην πολιτική της κυβέρνησης, αυτό είναι σφάλμα. Οχι για άλλον λόγο, αλλά γιατί πιστεύω στην ειλικρίνεια του Τσακαλώτου.

Η φιλοδοξία Τσίπρα να καταστρέψει την Ευρώπη μετά την Ελλάδα

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα Καθημερινή στις 6/7/2015.

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα Καθημερινή στις 6/7/2015. Μου ζητήθηκε από ένα έντυπο του εξωτερικού να περιγράψω την περίοδο από τις εκλογές του Γενάρη έως το δημοψήφισμα. Το κείμενο το έγραψα, αλλά είχα μια δυστοκία στον τίτλο που θα του έδινα. Ομολογώ ότι ο τίτλος «Ο χειρότερος πρωθυπουργός της ελληνικής ιστορίας» πέρασε πολλές φορές από το μυαλό μου, αλλά είχα πάντα τον ενδοιασμό ότι πολλοί πρωθυπουργοί της τελευταίας δεκαετίας μπορούν να τον διεκδικήσουν επάξια: ο ένας γιατί μας οδήγησε εδώ που είμαστε (όχι δεν είναι ο Γ.Α.Π.), ο άλλος γιατί δεν είχε πάρει χαμπάρι τι συνέβαινε στη χώρα (αυτός είναι ο Γ.Α.Π.), ο τρίτος γιατί, προκειμένου να γίνει πρωθυπουργός και να εφαρμόσει ένα μνημόνιο, έσκιζε προηγουμένως μνημόνια, διευκολύνοντας έτσι τον Αλέξη Τσίπρα να γίνει πρωθυπουργός. Πληθώρα εναλλακτικών λύσεων. Τέλος, η λύση ήρθε μόνη της. Ακούγοντας τις δηλώσεις που έκανε ο πρωθυπουργός κ. Αλέξης Τσίπρας βγαίνοντας από το εκλογικό κέντρο στο οποίο ψήφισε, αναλογίστηκα ότι ήταν απαράμιλλος, αξεπέραστος, μοναδικός. Ηταν, με διαφορά, ο χειρότερος πρωθυπουργός που γνώρισε η Ελλάδα στην ιστορία της.

Ο κ. Τσίπρας δικαιούται να θεωρείται ο χειρότερος πρωθυπουργός της ελληνικής ιστορίας, όχι γιατί υποσχέθηκε τα πάντα προκειμένου να καταλάβει την επίζηλη θέση που με τόσο σθένος διεκδικούσε. Στο παρελθόν υπήρξαν πολλοί πρωθυπουργοί που έπραξαν εξίσου ανενδοίαστα και ανερυθρίαστα το ίδιο. Ούτε κερδίζει αυτή την –όχι και τόσο επίζηλη– διάκριση καταφεύγοντας σε ένα άνευ περιεχομένου δημοψήφισμα, προκειμένου να σώσει τις κομματικές ισορροπίες. Το γεγονός ότι δίπλα του, σαν σύμβουλοι, στέκονται ο αγλαός Φλαμπουράρης και ο τρισόλβιος Σακελλαρίδης πάλι δεν του δίνει μια πρωτοπορία· υπήρξαν και άλλοι πρωθυπουργοί με όχι και τόσο πετυχημένο περιβάλλον. Επίσης, ούτε η καλλιέργεια της ξενοφοβίας και το διχαστικό του πνεύμα δεν δικαιολογούν την υψηλοτέρα των διακρίσεων μεταξύ των προέδρων των κυβερνήσεων της χώρας. Οι επιδόσεις του στη διακυβέρνηση νομίζω ότι μπορεί να είναι πολύ κάτω του μετρίου και, όπως φάνηκε, να μην ήταν σε θέση να ελέγξει κανέναν υπουργό του, αλλά στον τομέα αυτό οι επιδόσεις προκατόχων του ήταν επίσης της συμφοράς, οπότε δεν μπορεί να δικαιολογήσει τα αριστεία. Εκεί που οι επιδόσεις του είναι υψηλές και αδιαμφισβήτητες, δηλαδή στην επιλογή των υπουργών του (το ομολογώ, είμαι λάτρης του Στρατούλη), ήρθε ο κ. Σαμαράς και, με την κυβέρνηση που σχημάτισε μετά τις ευρωεκλογές του 2014, του έκανε ματ. Τώρα σε κάποια πεδία, όπως η επιτυχία της απόλυτης απομόνωσης της Ελλάδας διεθνώς, ο κ. Τσίπρας δεν είχε τύχη. Στον τομέα αυτό, πολλοί Ελληνες πρωθυπουργοί είχαν στο παρελθόν εξαιρετικές επιδόσεις.

Ο κ. Τσίπρας διατηρεί μία, νομίζω, ασύγκριτη υπεροχή σε σύγκριση με όλους του προκατόχους του για τον τρόπο που χειρίζεται την πραγματικότητα. Εκεί νομίζω ότι δεν μπορεί να συγκριθεί με κανέναν Ελληνα πρωθυπουργό από τον 19ο αιώνα έως σήμερα. Η τάση υπήρχε σε όλα τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά νομίζω ότι ο κ. πρωθυπουργός έφτασε την τέχνη της παραμόρφωσης της πραγματικότητας σε απίθανα ύψη. Εχοντας ως εκπρόσωπο της κοινοβουλευτικής ομάδας τον μειλίχιο και ευγενή Φίλη, κατάφερε κάτι που κανένας Ελληνας πρωθυπουργός δεν είχε καταφέρει: να αφήνει τους αντιπάλους του άφωνους. Είναι αδύνατον να αντικρούσεις κάτι που δεν υπάρχει, δεν υφίσταται… Αλλά, δυστυχώς γι’ αυτόν, υπήρξαν κάποια καθεστώτα του παρελθόντος που είχαν την παραποίηση της πραγματικότητας ως συστατικό της λειτουργίας τους. Οπότε και εδώ είχα ατυχήσει, και, μαζί με εμένα, ο πρωθυπουργός στον αγώνα για διάκριση.

Αλλά, όπως είπα, οι δηλώσεις του αμέσως μετά τη συμμετοχή του στο δημοψήφισμα μού έλυσαν το πρόβλημα. Αφού ψήφισε, λοιπόν, ο πρωθυπουργός, δήλωσε: «Από αύριο θα έχουμε ανοίξει έναν νέο δρόμο για τους λαούς της Ευρώπης». Εκεί ακριβώς πείστηκα ότι ο πρωθυπουργός δικαιούται τα αριστεία του χειρότερου πρωθυπουργού της ελληνικής ιστορίας. Ολες οι άλλες επιδόσεις του θα μπορούσε κανείς να τις βρει και σε άλλους πρωθυπουργούς. Ομως τη φιλοδοξία να καταστρέψει και την Ευρώπη μετά την Ελλάδα νομίζω ότι κανείς από τους προκατόχους του δεν την είχε.

Tι κρίμα κύριε καθηγητά...

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 2/7/2015.

Νομίζω ότι οι πιο θλιβερές προσωπικότητες στις μέρες μας δεν είναι οι κάτοχοι ή οι παρατρεχάμενοι της εξουσίας, που πηγαίνουν πέρα-δώθε προσπαθώντας, όταν δεν καταστρέφουν τα πάντα γύρω τους, να κατανοήσουν τι έχει συμβεί και οι μαγικές συνταγές τους για να αλλάξουν την Ευρώπη έχουν ως μόνο αποτέλεσμα να οδηγούν στην άβυσσο την Ελλάδα.

Οι πιο θλιβερές φυσιογνωμίες είναι οι ποικιλώνυμοι διανοούμενοι που προσέφεραν την κάλυψή τους (και επωφελήθηκαν από αυτό) στην άνοδο αυτού του εθνικολαϊκού και ξενοφοβικού «μορφώματος», που μπόρεσε να κερδίσει την εξουσία ασύστολα ψευδόμενο και εξαπατώντας τους δυνητικούς ψηφοφόρους του.

Οι πιο θλιβερές φυσιογνωμίες είναι εκείνοι οι διανοούμενοι που για πέντε μήνες δεν μίλησαν καθόλου, απολαμβάνοντας τα αγαθά της εξουσίας, παρά το γεγονός ότι κάθε μέρα άνθρωποι και επιχειρήσεις καταστρέφονταν.

Οι πιο θλιβερές φυσιογνωμίες είναι εκείνοι οι διανοούμενοι που αποκαλούν κυβέρνηση της Αριστεράς την κυβέρνηση συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Φαίνεται πως και οι ΑΝΕΛ αριστερά είναι...

Οι πιο θλιβερές φυσιογνωμίες είναι οι διανοούμενοι εκείνοι που βλέπουν πως τη στιγμή αυτή κρίνονται «το μέλλον της Ελλάδας, η αξιοπιστία της κυβερνώσης Αριστεράς και οι μακροπρόθεσμες προοπτικές της Ευρώπης». Είναι αλήθεια πως η αξιοπιστία της κυβέρνησης μέχρι τώρα ενισχυόταν μέσα από την πλήρη παραπληροφόρηση των πολιτών.

Οι πιο θλιβερές φυσιογνωμίες είναι εκείνοι οι διανοούμενοι που έχουν το θράσος να γράφουν πως «κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η δραματική κατολίσθηση των όρων διαβίωσης ενός ολόκληρου λαού συνιστά απόλυτη ηθική δικαίωση των αξιακά αδιαπραγμάτευτων ελληνικών θέσεων». Αραγε, ρωτήθηκαν οι συνομήλικοί τους συνταξιούχοι που στήνονται με τις ώρες στην ουρά υπό βροχήν έξω από το ΑΤΜ μιας τράπεζας αν θα ήθελαν να βιώσουν αυτή τη δικαίωση;

Οι πιο θλιβερές φυσιογνωμίες είναι εκείνοι οι διανοούμενοι που σιωπούν μπροστά σε παράλογες καταστάσεις, όπως το δημοψήφισμα που θα κρίνει το μέλλον της χώρας μας, αλλά ζητούν να μην απεμποληθούν «τα πανίσχυρα όπλα μας, που δεν είναι άλλα από το δίκαιο και τον ορθό λόγο».

Οι πιο θλιβερές φυσιογνωμίες είναι εκείνοι οι διανοούμενοι που έχοντας πλήρη συνείδηση του τι ακριβώς συμβαίνει, προσπαθούν να βγάλουν την ουρά τους απέξω τώρα που ήρθαν τα δύσκολα. Αλλά και που δεν έχουν το θάρρος να πουν την αλήθεια και ψελλίζουν εκκλήσεις.

Τι κρίμα, κύριε καθηγητά...

Η μεταπολίτευση και οι υποτιμήσεις της δραχμής

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Huffington Post-Greece στις 18/6/2015

Η αδυναμία προσφυγής στην υποτίμηση στις συνθήκες του καθεστώτος ευρώ έχει δώσει πολύ συχνά μυθικές διαστάσεις στις ευκαιρίες που προσέφερε η ευελιξία του εθνικού νομίσματος. Πρόκειται ασφαλώς για υπερβολικές απόψεις που ως επί το πλείστον κρύβουν πολιτικές σκοπιμότητες. Γιατί μια υποτίμηση ενός εθνικού νομίσματος μπορεί να αποδώσει αγαθά αποτελέσματα μόνο κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις και μόνον εφόσον στηρίζεται σε κατάλληλη πολιτική (δημοσιονομική, νομισματική, εισοδηματική και παραγωγική). Για μία οικονομία μάλιστα όπως η ελληνική, δηλαδή για μία οικονομία ανοιχτή στον ανταγωνισμό και μικρή σε μέγεθος, μόνο τα υψηλά επιτόκια θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν συναλλαγματική και νομισματική σταθερότητα. Η εναλλακτική λύση θα ήταν η συναλλαγματική και κατ' επέκταση η νομισματική αστάθεια.

Η ελληνική οικονομία κατά την περίοδο 1953 -1973 πέτυχε εξαιρετικά υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης μέσα στο πλαίσιο μιας μακροοικονομικής σταθερότητας, βασικό στοιχείο της οποία ήταν η σταθερότητα της συναλλαγματικής ισοτιμίας της δραχμής με το δολάριο σε τιμή 30 δραχμών το $. Η μεταπολίτευση διαμόρφωσε ένα εντελώς διαφορετικό μακροοικονομικό πλαίσιο στο οποίο η διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας ήταν βασικό συστατικό. Η συνεχής μείωση της αξίας της δραχμής από το 1975 μέχρι το 1990, αποτελούσε ως επί το πλείστον μία προσπάθεια να διατηρηθεί η ανταγωνιστικότητα των εμπορεύσιμων προϊόντων της χώρας. Σε ποια έκταση το πετύχαινε ήταν συζητήσιμο καθώς μείωση της αξίας της δραχμής είχε επιπτώσεις στον πληθωρισμό. Ο πληθωρισμός με τη σειρά του επιβάρυνε το κόστος της ζωής και αύξανε τις απαιτήσεις για μισθολογικές αναπροσαρμογές έτσι ώστε να καλυφθούν οι εισοδηματικές απώλειες από την άνοδο των τιμών. Τούτο υπονόμευε καίρια την εμβέλεια της πολιτικής διολίσθησης.

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της μεταδικτατορικής περιόδου ήταν και η σημαντική αύξηση αφενός μεν του ενεργειακού κόστους με τις δύο ενεργειακές κρίσεις του 1973 και 1979, αφετέρου του κόστους εργασίας. Η άμεση συνέπεια ήταν η μείωση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων που ήσαν εκτεθειμένα στον διεθνή ανταγωνισμό. Οι κυβερνήσεις της εποχής θα μπορούσαν να αποκαταστήσουν την ανταγωνιστικότητα είτε μέσω της διολίσθησης της δραχμής, δηλαδή της σταδιακής μείωσής της, είτε μέσω της υποτίμησής της, δηλαδή μέσω μίας εφάπαξ μείωσης της τιμής. Η επιλογή εναπόκειται στα χέρια των νομισματικών αρχών, οι οποίες στην τελική επιλογή τους θα έπρεπε να λάβουν υπόψη τους τις επιπτώσεις σε μία σειρά από μεταβλητές, μεταξύ των οποίων όπως είδαμε ο πληθωρισμός είναι πρωταρχικής σημασίας.

Στα χρόνια 1974-1980 η Τράπεζα της Ελλάδος ακολουθεί μία μετριοπαθή πολιτική διολίσθησης προσπαθώντας να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων, αν και χωρίς μεγάλη επιτυχία με αποτέλεσμα η βιομηχανία να υποστεί πολύ μεγάλες πιέσεις. Το Πα.Σο.Κ. με την άνοδο του στην εξουσία προσπάθησε να ακολουθήσει μία πιο σκληρή πολιτική, η οποία ωστόσο εγκαταλείφθηκε το 1983, όταν τον Ιανουάριο της χρονιάς αυτής αποφασίστηκε η υποτίμηση της δραχμής κατά 15,5%. Υπήρξε αρχικά η ελπίδα ότι η νέα ισοτιμία θα μπορούσε να διατηρηθεί, όμως ήδη από τον Αύγουστο του 1983 η κεντρική τράπεζα της χώρας οδηγήθηκε σε μία πολιτική ταχείας διολίσθησης της δραχμής. Η πολιτική αυτή είχε άμεσες συνέπειες στην άνοδο των τιμών που με τη σειρά τους ενσωματώνονταν στην αύξηση του κόστους εργασίας μέσω την πολιτικής της Α.Τ.Α. (Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής) που είχε υιοθετηθεί. Η πολιτική αυτή δεν πέτυχε τους στόχους της και οι συνέπειες για το ισοζύγιο πληρωμών της χώρας ήταν καταστροφικές. Το 1985 τα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας έφτασαν σε επικίνδυνα επίπεδα, με αποτέλεσμα να υιοθετηθεί ένα σταθεροποιητικό πρόγραμμα και ο Κ. Σημίτης να αναλάβει την εφαρμογή του ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας. Μεταξύ των άλλων μέτρων που υιοθετήθηκαν υπήρξε και μία νέα υποτίμηση της δραχμής κατά 15%. Τα αποτελέσματα του σταθεροποιητικού προγράμματος υπήρξαν θετικά, αλλά αυτό συνέβη γιατί υιοθετήθηκε μία νέα εισοδηματική πολιτική που συγκρατούσε το κόστος εργασίας. Οι αντιδράσεις που προκάλεσε το πρόγραμμα σε συνάρτηση με τις επερχόμενες εκλογές οδήγησαν σε εγκατάλειψή του και στην επιστροφή μιας πολιτικής ανάλογης με εκείνην των αρχών της δεκαετίας του 1980, η οποία δεν άργησε να οδηγήσει σε μία οξύτατη κρίση το 1990.

Από το 1990 και μετά η Τράπεζα της Ελλάδος στράφηκε σε μία πολιτική της σκληρής δραχμής με κύριο στόχο την καταπολέμηση του πληθωρισμού. Ήταν γενικώς παραδεκτό πλέον ότι η πολιτική διολίσθησης της δραχμής δεν είχε αποδώσει. Η πολιτική όμως της σκληρής δραχμής είχε ως προϋπόθεση συνέπεια και ικανότητα να ξεπεραστούν οι πιέσεις από όλους όσους προτιμούσαν τις εύκολες λύσεις μετακύλησης του αυξανόμενου κόστους παραγωγής μέσω της συναλλαγματικής πολιτικής. Και αυτό η Τράπεζα της Ελλάδος το πέτυχε με αποτέλεσμα η πολιτική της σκληρής δραχμής να αποδειχθεί αποτελεσματική στην καταπολέμηση του πληθωρισμού. Τον Μάρτιο του 1998 πραγματοποιήθηκε η τελευταία υποτίμηση της δραχμής της τάξεως του 12,6% με την ταυτόχρονη είσοδό της στον Μηχανισμό Συναλλαγματικών ισοτιμιών. Η υποτίμηση αυτή αποτελούσε το τελευταίο βήμα για την είσοδο της Ελλάδα στη ζώνη του ευρώ.

Όλα τα παραπάνω αποδεικνύουν ένα πράγμα: η υποτίμηση δεν αποτελεί πανάκεια για την αντιμετώπιση των οικονομικών προβλημάτων και κυρίως της ανταγωνιστικότητας μιας οικονομίας. Από μόνη της δεν μπορεί να πετύχει κάτι. Μία σειρά από άλλες μεταβλητές συνεπιδρούν για τη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Εξάλλου δεν θα πρέπει να λησμονούμε ότι χωρίς μία συγκροτημένη πολιτική οικονομικής μεγέθυνσης και μακροοικονομικής διαχείρισης, η υποτίμηση από μόνη της μάλλον δεν θα έχει να προσφέρει τίποτε πέραν του να ασκήσει πολύ έντονες πληθωριστικές πιέσεις. Αξίζει τον κόπο να θυμηθούμε ότι στα χρόνια 1953-1973 με την ισοτιμία δραχμής - δολαρίου κλειδωμένη στις 30 δραχμές, ο ρυθμός μεγέθυνσης κατά μέσο όρο ανερχόταν σε 7% ετησίως. Αντιθέτως κατά την περίοδο 1981-1990, δηλαδή την κατ'εξοχήν περίοδο υποτιμήσεων και ταχείας διολίσθησης, ο ρυθμός μεγέθυνσης ήταν κατά μέσος όρο μόλις 0,8% ετησίως.

Οικονομικές αναλογίες και διαφορές με τη σημερινή εποχή

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 12/1/2014.

Η επανέκδοση του λευκώματος «Αι θυσίαι της Ελλάδος στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο» μπορεί να σχολιαστεί κατά πολλούς και ποικίλους τρόπους. Μιας όμως και η επανέκδοση αυτή έρχεται να μας θυμίσει ότι η Κατοχή τελείωσε στην Ελλάδα πριν από 70 χρόνια, σκόπιμο είναι να την αντιμετωπίσουμε ως μία καλή ευκαιρία προκειμένου να μετρήσουμε την απόσταση που μας χωρίζει από την εποχή εκείνη. Και η απόσταση είναι μεγάλη, εντυπωσιακά μεγάλη. Αντιστοιχεί δε στην προσπάθεια μιας χώρας να ξεφύγει από τη φτώχεια, την καθυστέρηση και την καταστροφή. Υπογραμμίζει δε την επιτυχία της, που δεν μπορεί κανείς παρά να την κρίνει ως αξιοθαύμαστη. Κατά έναν αντίστοιχο τρόπο το λεύκωμα του Κωνσταντίνου Δοξιάδη έρχεται να υπογραμμίσει την αμετροέπεια που χαρακτηρίζει τον σημερινό πολιτικό λόγο, με τις συνεχείς αναφορές στη δεκαετία του 1940 μέσω της επίκλησης της ομοιότητας, της αναλογίας ή ακόμη των διδαγμάτων που θα πρέπει να αντλήσουμε ανάμεσα στο τότε και το τώρα. Γιατί αυτό που μας δείχνει το λεύκωμα του Κ. Δοξιάδη είναι ότι η Ελλάδα του 1944 δεν έχει καμία σχέση με την Ελλάδα του σήμερα. Η πρώτη ήταν μία αγροτική χώρα κατεστραμμένη από τους πολέμους. Πάμφτωχη, με εξαιρετικά χαμηλούς εκπαιδευτικούς δείκτες και με την πολιτική να λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό σε εξωθεσμικό πλαίσιο. Τίποτε από όλα αυτά δεν ισχύει σήμερα και νομίζω ότι δείχνει, στην καλύτερη περίπτωση, διανοητική φτώχεια η προσπάθεια διέγερσης του φαντασιακού των Ελλήνων για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν λόγω της κρίσης παραπέμποντας σε ομοιότητες με τη δεκαετία του 1940. Η Ελλάδα του 2014 είναι, παρά την κρίση, μία εύπορη χώρα, με υψηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό και μια δημοκρατία που παρά τα προβλήματά της εξακολουθεί ακόμη να λειτουργεί ομαλά. Δεν υφίσταται κανένα πεδίο σύγκρισης με την Ελλάδα του 1944. Η επανέκδοση του λευκώματος, επομένως, αποτελεί ένα ερέθισμα που μπορεί να μας υποδείξει το αδόκιμο των αναλογιών με τη δεκαετία του 1940 και την ανάγκη να καλλιεργήσουμε για την περίοδο αυτή, όχι μία μνήμη πολιτικής εμπάθειας και μίσους, αλλά ιστορικής κατανόησης. Και πάρα πέρα να μας θυμίσει από πού ξεκίνησε αυτή η χώρα και πού έχει φτάσει.

Κράτος και ομάδες συμφερόντων. Το μεταπολιτευτικό κοινωνιολογικό παράδειγμα για το ελληνικό κράτος και η πτώση του

Δημοσιεύτηκε στο The Athens Review of Books, τχ. 46, Δεκέμβριος 2013, σσ.41-43.

Το κείμενο δεν είναι διαθέσιμο.

Σχολεία εκτός πραγματικότητας

Σε συνεργασία με τον Δ. Σωτηρόπουλο
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Τα Νέα στις 3/12/2012.

Το κείμενο δεν είναι διαθέσιμο.

Η βαριά βιομηχανία της ελληνικής ιστορίας όλα τα αλέθει

Δημοσιεύτηκε στο The Athens Review of Books τον Σεπτέμβριο 2010.

Το κείμενο δεν είναι διαθέσιμο.
';